ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αναχωρεί για τα επουράνια αντιμόνια τέτοιες μέρες του 2004, πλήρης ημερών, ο Ασημάκης Γιαλαμάς, αξεπέραστος μάστορας του χρονογραφήματος, της σάτιρας, της επιθεώρησης και του σκωπτικού στίχου. Πρωτοβλέπει το φως στην Ανω Μέλπεια Μεσσηνίας –καμία σχέση με την Ανω Ακράτα– και αφού τελειώνει το Γυμνάσιο στον Μελιγαλά, γράφεται στη Νομική Αθηνών. Ομως η ανάγκη του μεροκάματου στον στρέφει στη δημοσιογραφία. Με το αστείρευτο κέφι και χιούμορ που διαθέτει υπηρετεί τις απαιτητικές στήλες του ευθυμογραφήματος και γρήγορα εξελίσσεται στους κορυφαίους του είδους.

Ασχολείται με το θέατρο κατά τη διάρκεια της εποποιίας του Αλβανικού Μετώπου και μας χαρίζει έκτοτε πάνω από εκατό επιθεωρήσεις και κωμωδίες πρόζας, πολλές από τις οποίες μεταφέρονται στον κινηματογράφο. Ανάμεσά τους οι διαχρονικές «Γιούπι γιούπι», «Μιας πεντάρας νιάτα», «Η κόμισσα της φάμπρικας», «Δεσποινίς διευθυντής», «Βίλα γιάφκα». Συνθέτουν γονιμότατο δίδυμο με τον Κώστα Πρετεντέρη, παρουσιάζοντας δεκάδες έργα που προσφέρουν επί δεκαετίες απρόσκοπτο γέλιο στο ευρύ κοινό.

Συμμετέχει ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, δουλεύοντας ακούραστα στον παράνομο Τύπο και εκλέγεται γραμματέας του ΕΑΜ δημοσιογράφων. Μοιράζει ισομερώς τη ζωή του μεταξύ του αντιμόνιου των τυπογραφείων και των αιθουσών του θεάτρου. Αντιγράφω από τον διαφωτιστικό αποχαιρετισμό του Νίκου Καραντηνού στον «Ριζοσπάστη»: «Με την πέννα του ο Ασημάκης καυτηρίαζε τα στραβά κι ανάποδα μιας ολόκληρης εποχής και πάντα αταλάντευτα βρισκόταν στο πλευρό των αδικημένων. Η επιλογή αυτή, που ’χε κάνει από τα πρώτα της δημοσιογραφικής ζωής βήματα, δεν ήταν καθόλου εύκολη να την τηρήσεις και τα κυνηγητά κάθε μορφής, συχνά ασφυκτικά, εξοντωτικά».

Δείγμα γραφής του Γιαλαμά ξετρυπώσαμε στο βιβλίο του Κώστα Βλησίδη «Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο (1929-1959)», Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. Ιδού: «Με βάδισμα σερέτικο/ και τσιγαριλικάκι/ περνά η ντερμπεντέρισσα/ από το Κολωνάκι!/ Από μικρή ανατράφηκε/ με γλώσσες και με πιάνα/ μα τώρα για ρεμπέτικα/ είναι πολύ… χαρμάνα./ Διψά τραγούδια μόρτικα/ ν’ ακούη στα μπουζούκια/ και να ’χη κι ένα γκόμινο/ να της τραβά χαστούκια/ και να γυρίζει πάντοτες/ μαστούρα στο κονάκι/ η νεο-ντερμπεντέρισσα/ από το Κολωνάκι!/ […] Τις σχέσεις πια τις έκοψε/ με τους αμπασαντέρ/ και πια νταραβερίζεται…/ αβέκ λε ντερμπεντέρ./ […] Το τέννις πια το ξέχασε/ σπορ έχει το μπαρμπούτι/ κι από καθήκον μάγκικο/ περιφρονεί τα πλούτη,/ όπερ και τα σιχαίνεται/ κι είναι τρανός καϋμός της/ που έχει… εργοστάσιο/ ο «βλαξ» ο σύζυγός της./ […] Κατά τα άλλα αισθάνεται/ πως είναι… τρε μαγκιόρα,/ τσαμπουκαλού και βλάμισσα/ με ύφος λίγο τζώρα/ και τις βραδυές που βρίσκεται/ στα λαϊκά τα κέντρα/ σαν μάγκας βέρος φέρνεται/ και νοιώθει σαν αφέντρα/ Κι απ’ τη γωνιά που κάθονται/ οι λαϊκοί οι τύποι/ κυττάνε τα παράξενα/ και λεν με κάποια λύπη,/ σαν βλέπουνε στα στέκια τους τις κοσμικές κυράδες:/ Βρε, μια μαγκιά την είχαμε/ κι εμείς οι φουκαράδες/ και τώρα μας την παίρνουνε/ κι αυτήν, μωρ’ αδερφάκι,/ οι νέοι ντερμπεντέρηδες/ από το Κολωνάκι».