Ετερον εκάτερον. Η φτώχεια φέρνει γκρίνια και η ήττα καβγά. Αρχισαν τα όργανα κατά Κουμουνδούρου μεριά. Κουρδίζονται και προβάρουν τις παρτιτούρες –πάρτες στην αργκό των μουσικών– ενόψει της μεγάλης συναυλίας που, αναβολή στην αναβολή, αναμένεται να διεξαχθεί μεσούντος του χειμώνα. Ο καθείς και η πάρτη του, πά’ να πει, αφού την ορχήστρα δεν θα την έλεγες ακριβώς συμφωνική. Ορισμένα από τα πρώτα βιολιά αμφισβητούν την αυθεντία του μαέστρου και παίζουν ήδη στον δικό τους χαβά, φροντίζοντας να μη γίνουν αντιληπτά τα φάλτσα στην πλατεία. Μπορεί ενίοτε να παρακολουθεί εκόν – άκον κοντσέρτα, εν τούτοις το φιλοθέαμον κοινό ψοφάει για παρατράγουδα, αρένες και βία. Μεταλλικές ή πλαστικές, βάρδα μη σε πάρουν ξώφαλτσα οι χορδές, όταν σπάνε.
Ραβδίζουν, ματώνουν και τρυπούν, σαν ταβανόπροκες, βγάζουν μάτια. Αλληλοκαρφώματα, λοιπόν, χτυπήματα κάτω απ’ τη ζώνη, συντροφικά μαχαιρώματα. Οχι τίποτ’ άλλο! Μην κατηγορηθούμε άδικα για οπορτουνιστική παρέκκλιση από τις πατροπαράδοτες αρετές της Αριστεράς. Προσκεκλημένος του ευρωβουλευτή Κουκούλογλου τις άλλες, ξεσπάθωσε για τα καλά ο Τσάκα-λόττος. Πήρε ιδανική πάσα, πάρε – βάλε, από τον οικοδεσπότη –μίλησε για στρατηγική αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ στην ΕΡΤ– και σκοράρισε με σβουριχτή κεφαλιά προ κενής εστίας με ταμπεραμέντο Εγγλέζου φουνταριστού. «Το όραμά μου», διευκρίνισε ο τέως υπουργός Οικονομικών, «δεν είναι να έχουμε έναν αριστερό Μπάμπη Παπαδημητρίου και έναν αριστερό Αρη Πορτοσάλτε. Θέλουμε μια δημόσια τηλεόραση αντικειμενική και εκεί δεν τα πήγαμε καλά».
Τακτική πολύπειρου διπλωμάτη. Υποδεικνύω τάχα μου δυο επώνυμα, αντιπαθή στο κομματικό ακροατήριο, για να θολώσω τα ύδατα, αλλά προσαρμόζω στο ψαροντούφεκο ατσάλινη τρίαινα, κανονικό δυναμίτη, και το στρέφω σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο αποφεύγω να κατονομάσω. Απα πα παπά. Μην πάει ο νους σας στον Νίκο Παππά, όστις είχε την ευθύνη για τα τεκταινόμενα στην Αγία Παρασκευή. Κι αντί να θιχτούν οι αναφερόμενοι, μυγιάστηκε η Αικατερίνη Ακριβοπούλου. Αναγνώρισε αυτοβούλως τον εαυτό της στα λόγια του Ευκλείδη και του ζήτησε «να εξηγήσει γιατί ήταν από τους ελάχιστους υπουργούς που έχαιρε μιας… ανεξήγητης ασυλίας από το σύνολο των ΜΜΕ, την ίδια ώρα που λυσσομανούσαν συντεταγμένα εναντίον συγκεκριμένων υπουργών». Τον κατηγόρησε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ως αγαπημένο τέκνο του διεφθαρμένου και σάπιου πολιτικο-μιντιακού συστήματος και εκλεκτό των «βοθροκάναλων», ενισχύοντας με θυελλώδη Μποφόρ την περιστροφή του ανεμόμυλου της εσωστρέφειας. Από ευγνωμοσύνη στη δημοσιογράφο ο εσχάτως κατά τι λιγότερος Πολλάκις διαβεβαίωσε αντιφάσκων ότι σφίγγει το έρκος των οδόντων του να μην τοποθετηθεί δημοσίως –αυτό κι αν είναι απίθανο–, ευχαρίστησε τη δημοσιογράφο και τον παρτενέρ της για όσα πρόσφεραν και βέβαια πλήρωσαν και προέβλεψε ότι «η επόμενη φορά θα είναι διαφορετική στα πάντα», κάτι που οι νοήμονες εξέλαβαν ορθώς ως απειλή.
