Προβληματίζουν Αμερικανούς διπλωμάτες οι δηλώσεις του επικεφαλής της στρατιωτικής χούντας της Ταϊλάνδης Πραγιούτ Τσαν Οτσα σχετικά με την τύχη που επιφυλάσσει σε δαιμόνιους ρεπόρτερ, οι οποίοι ενδίδουν στα σαγηνευτικά κελεύσματα του σφάλματος και του ψεύδους. Συγκεκριμένα ο στρατηγός, όστις στρογγυλοκάθεται στην πρωθυπουργία της ασιατικής χώρας από τον περασμένο Μάιο στηριζόμενος στη δύναμη των όπλων, δήλωσε σε δημοσιογράφους ότι «πιθανόν απλά θα εκτελούνται» συνάδελφοί τους «που δεν μεταδίδουν την αλήθεια». Οι παρόντες θεώρησαν αρχικά ότι ο Πραγιούτ αστειεύεται. Δεν τόλμησαν ωστόσο να το γράψουν, καθώς ορισμένοι εξ αυτών παρατήρησαν πως το πρόσωπό του δεν διέγραψε την παραμικρή σύσπαση, ένα αμυδρό έστω χαμόγελο, τη στιγμή κατά την οποία εκστόμιζε τούτες τις τρομερές κουβέντες. Αρα μπορεί και να σοβαρολογούσε. Και ασφαλώς δεν είχαν καμία διάθεση να το διαπιστώσουν στο πετσί τους.
Υποστηρίζουν πολλοί πως εμείς οι δημοσιογράφοι τυγχάνουμε επαγγελματίες ψεύτες· και δεν έχουν άδικο. Η απόσταση μεταξύ του ορθού και του λάθους είναι συχνά απειροελάχιστη. Η αλήθεια, άλλωστε, αποδεικνύεται άκρως υποκειμενική. Οι συντάκτες βασίζονται, θέλοντας και μη, στις πηγές τους. Ακόμα και η εγκυρότερη διασταύρωση εμπεριέχει τον κίνδυνο της ανακρίβειας και, καθώς οι ειδήσεις μεταδίδονται με αστραπιαία ταχύτητα, οι εκπρόσωποι των ΜΜΕ μένουν ενίοτε εκτεθειμένοι. Και τότε στήνονται στο απόσπασμα· σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη. Ο Ταϊλανδός δικτάτορας, απλώς, αναφέρθηκε στην παραπάνω αλήθεια με τον δικό του τρόπο· ο καθείς και τα όπλα του. Πριν από 25 χρόνια οι συντάκτες των καναλιών φρύαζαν, ακούγοντας το σύνθημα «Αλήτες, ρουφιάνοι δημοσιογράφοι», το οποίο περιέγραφε την πραγματικότητα που δημιουργούσε νεόκοπη η ιδιωτική τηλεόραση. Προτού κυριαρχήσει στην ελληνική κοινωνία, αποτελούσαν κοινό τόπο οι ξυλοδαρμοί των ρεπόρτερ από αστυνομικούς σε όλα τα βίαια συλλαλητήρια. Η διάδοση των ωμοτήτων των ΜΑΤ από τις αντιπολιτευόμενες εφημερίδες τοποθετούσε τους λειτουργούς τους στο στόχαστρο των αρχών. Μετά το ’90 η κατάσταση άλλαξε. Οι αδηφάγες κάμερες διψούσαν για έκτροπα και επεισόδια. Πλημμύρισαν τα σπίτια μας με φωτιές και σπασίματα και μαζί με τους αυτουργούς τους έστελναν στο πυρ το εξώτερον συλλήβδην τους διαδηλωτές.
Ρεφρέν μονότονο αντηχούσε στ’ αυτιά του φιλοθεάμονος κοινού η καταδίκη κάθε ειρηνικής ή μη διαμαρτυρίας. Οι δυνάμεις των ΜΑΤ προστάτευαν πια τους εργαζόμενους στην τιβί, αφού στα πρόσωπά τους είχαν βρει ανέλπιστους και αποτελεσματικότατους συμμάχους. Η μήνις των διαδηλωτών εναντίον τους αύξανε με γεωμετρική πρόοδο. Σήμερα το ένοχο σύνθημα έχει μετατραπεί σε κλισέ, που επαναλαμβάνουν με την πρώτη ευκαιρία οι αστέρες της τηλοψίας. Η εφαρμογή της ρηξικέλευθης πρότασης του Τσαν Οτσα θα αντέστρεφε αυτομάτως το κλίμα. Η συντριπτική πλειονότητα των δημοσιογράφων, δικαίων και αδίκων, θα στηνόταν στα έξι μέτρα και θα ηρωοποιούνταν πάραυτα. Η κοινωνία θα τους αναγνώριζε ως μάρτυρες. Οι κίνδυνοι του επαγγέλματος θα οδηγούσαν σε κατακόρυφη άνοδο των μισθών και πολλοί φερέλπιδες θα άρπαζαν την ευκαιρία. Ο Πραγιούτ, όμως, είναι μακριά νυχτωμένος. Αγνοεί ότι τα ΜΜΕ κατέχουν μεγαλύτερη εξουσία από τον ίδιο.
