ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μετράμε το ανάστημα των πολιτικών μας ανδρών –των ντεμέκ αριστερών συμπεριλαμβανομένων– τούτα τα τέρμινα, αλλά βγαίνουν λιποϋψείς και ουτιδανοί. Το ηθικό και η ηθική μας χρειάζονται επειγόντως ανύψωση. Πρέπει να ανατρέξουμε αρκετά πίσω, ωστόσο. Τέτοιες μέρες του 1928 γεννιέται στην Κόρωνο Νάξου ο Νικηφόρος Μανδηλαράς. Γιος σμυριδεργάτη, βιώνει τον μόχθο και την καταπίεση των ανθρώπων της υπαίθρου. Στα δεκαοχτώ του διαθέτει ήδη φάκελο στην Ασφάλεια Σύρου. «Εμφορείται υπό κομμουνιστικών φρονημάτων και δη με πλήρη κομμουνιστικήν κατάρτισιν» πιστοποιεί. Σπουδάζει Νομικά και δικηγορεί από το 1956. Χαρισματικός ρήτορας –«ρερητόρευκε το ρερητορευμένο ρῶ»–, δίνεται ολοκληρωτικά στον αγώνα για τη δημοκρατία σε χαλεπούς καιρούς και προγράφεται από τη χούντα.

Αφού κρύβεται το πρώτο διάστημα μετά την επιβολή της δικτατορίας, αποπειράται να φύγει στο εξωτερικό. Στις 22 Μαΐου 1967 ανακαλύπτεται η σορός του σε ερημική ακτή της Ρόδου. Οι συνθήκες θανάτου του παραμένουν αδιευκρίνιστες, το αλάνθαστο εθνικό συλλογικό υποσυνείδητο, μολαταύτα, εκδίδει εξαρχής την ετυμηγορία του: δολοφονία. Θα σταθώ σε μία ουσιώδη πτυχή της προσωπικότητάς του: στον δημοσιογράφο Νικηφόρο Μανδηλαρά. Συνεργάζεται με αθηναϊκές εφημερίδες ενόσω σπουδάζει και από τον Ιανουάριο του 1960 τυπώνει τα «Ναξιακά Χρονικά», στα οποία διατηρεί σατιρική στήλη, γραμμένη στο ιδίωμα του χωριού του. Ξετρύπωσα χρονογράφημά του με τίτλο «Μασε τρώνε στο μέτρημα», αποσπάσματα του οποίου παραθέτω, καθώς δεν χάνει δυστυχώς την τραγική του επικαιρότητα:

Ζωντανή η γλώσσα του και τα σημαινόμενά του: Υστερνά διάβασα κι ευτά που μας είπενε [ο υπουργός] πως έχει λέει κάθα ένας σας [σμυρίγλι αξίας] 8.000 δραχμές το χρόνο. Το ξαναδιάβασα, το ’φερα από ’πά, το ’φερα από ’κεί, σκέφτηκα, ξανασκέφτηκα και μου ’ρθενε νταμπλάς. Ηφριξα που το διάβασα, δε ντο πίστεβγα. Λέω του γιου μου: βοή που μου ’ρθενε κι αμέ ίντα κάθομαι επά [στην Αθήνα] και κάνω. Σάλεβγε κι εσύ να ’ρθεις κάτω [στη Νάξο], να ’χω και σένα τσι 8.000 δρχ. να μην τσι χάνομενε. Κι ήσκασεν’ α’ τα (γ)έλια ντου. Εώ να τρελαίνουμαι κι εφτός να (γ)ελά. […]

Ιδού η εξήγηση του ασώτου υιού, όταν σταμάτησε να χαχανίζει: Ξέρεις πώς ήβγαλενε τσι 8.000 ο υπουργός; Ας πούμενε, λέει, πως δουλέβγετε 9 αργάτες σ’ έναν αργολάβο και παίρνει κάθα ένας σας 100 δραχμές τη μέρα, όλοι μαζί παίρνετε 900 δραχμές. Ο αργολάβος όμως βγάνει από σας, ας πούμενε 600 δραχμές. Εσείς οι 9 κι εφτός παίρνετε τη μέρα 1.500 δραχμές. Ο υπουργός λοιπό διαιρεί τσι 1.500 με το 10 (9 εργάτες και ο εργολάβος) και βγάνει 150 πως παίρνετε τη μέρα. Δηλαδή εκείνα που βγάνει ο αργολάβος τα βάνει πως τα παίρνετε μαζί. Στο μέτρημα μασε τρώνε. Ευτά που γλεντοκοπούνε και τρώνε οι κοιλαράδες τα βάζει πως τα τρώμενε μαζί. Είπατε τίποτα για τον Πάγ-καλλο ή τον Κατρούγ-καλλο;