ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Γεννήθηκε ως Μαρία Δημητροπούλου στον Πύργο Ηλείας, στις 9 Νοεμβρίου 1935. Πέθανε ως Μαίρη Λίντα, τα ξημερώματα της 22ας Ιουλίου 2026, στο Γηροκομείο Αθηνών, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια.

Στα 91 χρόνια που μεσολάβησαν, έγινε «μία από τις, διαχρονικά, εκφραστικότερες φωνές του ελληνικού τραγουδιού» όπως είπε η υπουργός Πολιτισμού Λ. Μενδώνη, που «με το ασύγκριτο ταμπεραμέντο και την αυθεντική της παρουσία, σημάδεψε ανεξίτηλα την ιστορία της ελληνικής μουσικής» όπως είπε ο ΣΥΡΙΖΑ, που «με το ηφαιστειώδες ταμπεραμέντο, έγραψε Ιστορία στο ελληνικό τραγούδι» όπως είπε το ΚΚΕ.

Ολοι μίλησαν για την απώλεια της Λίντα. Η είδηση λέει πως έφυγε μια τραγουδίστρια. Η αλήθεια είναι πως έφυγε μια ολόκληρη στάση του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Εκείνο το τίναγμα του κεφαλιού πριν από την ψηλή νότα, το χαμόγελο που δεν ακύρωνε τον καημό αλλά τον προκαλούσε να χορέψει, η γυναίκα που δεν στεκόταν ακίνητη πίσω από το μπουζούκι, αλλά έμπαινε μέσα στον ρυθμό και τον έκανε σώμα, για πρώτη φορά στα χρονικά.

Ο πατέρας της, ο κυρ Αλέκος, είχε φούρνο στον Πύργο και, σύμφωνα με την ίδια, έδινε την πρώτη φουρνιά στους φτωχούς. Οταν εκείνος αρρώστησε, η οικογένεια μετακόμισε στον Κολωνό. Ηταν επτά ετών όταν άκουσε στο ραδιόφωνο ότι ο Ορέστης Λάσκος αναζητούσε νέα ταλέντα στο «Αλκαζάρ». Πήγε, τραγούδησε, χόρεψε και άρχισε να εργάζεται πριν μάθει να γράφει. Ο Λάσκος την ονόμασε «Λίντα» («όμορφη/γλυκιά» σημαίνει στα ισπανικά). Η μητέρα της την ακολουθούσε παντού, πάντα αυστηρή, τόσο που οι άνθρωποι του θεάματος την αποκαλούσαν «ο δράκος». Η ίδια, πάντως, ήξερε από νωρίς πού ανήκε: «Είχα τη σκηνή στην ψυχή μου», είχε πει.

Υστερα ήρθε ο Μανώλης Χιώτης. Η Λίντα τον είχε συναντήσει όταν εκείνη ήταν περίπου 11 χρόνων κι εκείνος ήδη φίρμα. Παντρεύτηκαν το 1958, με κουμπάρα τη Ρένα Βλαχοπούλου, και μαζί άλλαξαν όλο το λαϊκό τραγούδι: Ο Χιώτης έφερε την ηλεκτρική ταχύτητα, το μάμπο, τη λάτιν λάμψη, την εξωστρέφεια· η Λίντα έφερε τη φωνή που μπορούσε να περάσει από το παράπονο στη γιορτή χωρίς να χάσει ούτε δράμι αλήθειας, την κίνηση επί σκηνής, την ολότητα στο ντουέτο.

Ιδιαίτερη φωνή

Η φωνή της δεν είχε τη βαριά σκιά άλλων μεγάλων λαϊκών τραγουδιστριών. Ηταν φωτεινή, μεταλλική, καθαρή, ευκίνητη, με θαυμαστή ρυθμική ακρίβεια. Τα γυρίσματά της ήταν γρήγορα αλλά ποτέ επιδεικτικά και η άρθρωσή της έκανε κάθε λέξη να φτάνει στον ακροατή σαν να τον αφορά. Μπορούσε να τραγουδήσει «Εσύ είσαι η αιτία που υποφέρω» δίχως να ακουστεί ως θύμα. Στον κινηματογράφο η εικόνα της λειτούργησε σχεδόν σαν επιτάχυνση του χρόνου. Στον «Ατσίδα», στον «Δήμο από τα Τρίκαλα», στον «Φίλο μου τον Λευτεράκη» και στη «Βίλα των οργίων», το ζευγάρι εμφανιζόταν για λίγα λεπτά και ξαφνικά η ασπρόμαυρη οθόνη αποκτούσε νυχτερινό ηλεκτρισμό.

Η Λίντα μόνο η διακοσμητική «τραγουδίστρια του μαγαζιού» δεν ήταν. Με το φόρεμα, τα χέρια, τις στροφές και το βλέμμα της, δήλωνε ότι η λαϊκή γυναίκα δεν θα παρακαλούσε πλέον ακίνητη: θα καταλάμβανε την πίστα.

Με τον Χιώτη είπαν τις «Περασμένες μου αγάπες», τα «Ηλιοβασιλέματα», το «Δεν θέλω πια να ξαναρθείς», το «Διώξε με», το «Τέτοια χαρά δεν θα τη δεις». Παρότι ο ίδιος ήταν «το έτερόν της ήμισυ», συνεργάστηκε και με άλλους μεγάλους συνθέτες. Το 1961 κέρδισε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού με την «Απαγωγή» του Μίκη Θεοδωράκη. Συνεργάστηκε με τον Τσιτσάνη, τον Παπαϊωάννου, τον Μητσάκη, τον Χατζιδάκι, τραγούδησε στον «Επιτάφιο» και στο «Αρχιπέλαγος», ενώ το 1964, σε περιοδεία με τον Χιώτη, έφτασε να τραγουδήσει στον Λευκό Οίκο για τον Λίντον Τζόνσον: από τον Κολωνό στην καρδιά της αμερικανικής εξουσίας.

Με τον Χιώτη χώρισαν το 1966 κι επέστρεψε στην Αθήνα της χούντας. Αργότερα μετάνιωσε γι’ αυτό: «Το μόνο που λείπει από τη ζωή μου και θα λείπει για πάντα είναι ο Χιώτης», είχε πει. Η τελευταία τους συνάντηση έγινε πάλι σε πάλκο, στο «Σεραφίνο»: ο κόσμος φώναζε «φίλησέ τη», εκείνος πέταξε το μπουζούκι και έφυγε. «Αν με φιλούσε, θα ήμασταν μαζί πάλι», είπε. Το 1970 ο Χιώτης πέθανε. Την ίδια χρονιά η μητέρα της δολοφονήθηκε μέσα στο σπίτι της σε ληστεία. Δύο απώλειες για την ίδια, σε μια ήδη πληγωμένη εποχή για τη χώρα.

Ακολούθησαν ο δεύτερος γάμος της με τον Αλέξανδρο Θεοχάρη και η γέννηση της κόρης της. Αργότερα μίλησε καθαρά για τη σωματική βία που υπέστη. Δεν παρουσίασε τον εαυτό της ως ηρωίδα. Είπε μόνο ότι είχε ένα «χρυσό βραχιόλι»: τη φωνή της.

Η Μαίρη Λίντα δεν ήταν μόνο η γυναίκα δίπλα στον Χιώτη. Ηταν η γυναίκα που έκανε τον Χιώτη να ακούγεται ολόκληρος. Τώρα που «έφυγε», μένει αυτό το παράξενο, ακριβό μέταλλο της φωνής της. Το χρυσό βραχιόλι που δεν μπόρεσε κανείς να της πάρει.

* Η εξόδιος ακολουθία θα γίνει στο εκκλησάκι του Γηροκομείου Αθηνών, όπως επιθυμούσε η ίδια, ενώ η ταφή στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, αύριο Παρασκευή 24/7.