«Είναι καιρός να καλλιεργηθεί η ιδέα ότι η ποίηση –όπως και η τέχνη γενικότερα– είναι ένας σταυρός μαρτυρίου, που τον σηκώνουν μοναχά άνθρωποι σημαδεμένοι από τη μοίρα, μία νόσος εκ γενετής», έλεγε ο μέγας λυρικός μας Τάκης Βαρβιτσιώτης, που εγκατέλειψε τα εγκόσμια τέτοιες μέρες του 2011, στα 95 του. Ακολουθεί ταπεινό απάνθισμα των συμπτωμάτων:
ΑΚΟΥΣΕ ΤΩΡΑ ΤΗ ΣΙΩΠΗ/ Την πιο μεγάλη σιωπή/ Που στη σχισμή της παγωμένης στέρνας/ Παρεισφρέει/ Που ανοίγει την πύλη/ Της αβύσσου/ Το πέπλο αναμερίζοντας της αυταπάτης/ Και πρόσεξε πιο πίσω σου/ Το άρμα το περιφλεγές/ Που καταπίνοντας θρυμματίζεται/ Το άλογο το φτερωτό/ Που έρχεται να σε πάρει
ΟΣΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΟΙΗΤΕΣ/ Τα πουλιά θα πετούν/ Και τα δέντρα θ’ ανθίζουν/ Δε θα μπορούν ανίερα χέρια/ Να σταματήσουν την άνοιξη/ Να εξαφανίσουν τα πράσινα σημάδια/ Αυτούς πού πιστεύουν ακόμα/ Πώς είναι τ’ όνειρο δυνατό
ΜΟΝΑΧΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ/ Δε θα χαθούν ποτέ/ Τα μεγάλα ιστιοφόρα της αυγής/ Ούτε τα φώτα ούτε η χαρά/ Ούτε τα δέντρα ούτε η νύχτα/ Μονάχα με την ποίηση/ Θα ’μαστε ακόμα ικανοί/ Να βλέπουμε και ν’ αγαπούμε/ Να ονομάζουμε τα πράγματα/ Με τις πιο καθημερινές λέξεις/ Να λέμε το ψωμί ψωμί τη σκάφη σκάφη/ Και μ’ ένα βλέμμα να οδηγούμαστε/ Σε μιαν αλήθεια οριστική/ Μονάχα με την ποίηση/ Θα μεγαλώσουνε τα στάχυα/ Και τα στήθη των κοριτσιών/ Το ποτάμι θ’ απομείνει ποτάμι/ Η θάλασσα θάλασσα/ Κι ο ουρανός ουρανός/ Μονάχα με την ποίηση/ Θ’ ανακαλύψουμε ξανά τ’ αστέρια/ Μέσα στις καπνοδόχες/ Κι όλη τη θλίψη που ενδημεί/ Στο βάθος των ματιών/ Και θα μπορέσουμε να ξαναβρούμε/ Το γενέθλιο χωριό μας/ Παραχωμένο μες στα χιόνια/ Μονάχα με την ποίηση/ Θ’ ανακαλύψουμε ξανά τον έρωτα/ Και πατώντας από κλωνί σε κλωνί/ Κι από ελπίδα σ’ ελπίδα/ Θα εγκαθιδρύσουμε/ Την αγνή βασιλεία των φτερών
ΑΥΤΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΘΕΟΣ ΠΟΥ ΜΙΛΑ Ο ποιητής/ Αυτός ο αθώος/ Αυτός ο μάγος/ Ο θαυματοποιός/ Ο μυστηριώδης δαμαστής των λέξεων/ Που λατρεύει την ομορφιά/ Αυτός ο μικρός θεός που μιλά/ Και με το λόγο του γίνεται φως
Ο ΔΑΜΑΣΤΗΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΠΟΥ ΛΑΤΡΕΥΕΙ ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ Στα μαύρα ντύθηκε η κερασιά/ Οι σκιές συνάζονται μες στο σιτοβολώνα/ Σφραγίζονται με δάκρυα τα παράθυρα,/ Κι είναι το φως, αγιάτρευτη πληγή./ Στο κλειδωμένο σπίτι μου/ Οι καθρέφτες περιμένουν να χιονίσει/ Ομως η αγαπημένη μου/ Φόρεσε κιόλας το νυφικό της/ Ολόφλογο ένα τριαντάφυλλο/ Ανάβρυσε στο αμόνι/ Κι εγώ μεμιάς ξαναγεννήθηκα/ Μες σε μια δέσμη από σπινθήρες/ Αλήθεια μόνο η ομορφιά/ Με συγκρατεί πια στη ζωή
ΑΙΓΛΗ ΑΠΡΟΣΜΕΤΡΗΤΗ/ Δυσμική/ Ω ύστατο ρήγμα/ Οπου το φως ετοιμοθάνατο/ Εξαντλεί/ Ολο το λαμπερό του σμάλτο// Ψημένη γη/ Εκεί κάτω/ Στην εσχατιά του ορίζοντα/ Μεταλλαγμένη σε υδρία/ Που όμως αρνείται/ Τη σποδό των εποχών/ Κι εγκωμιάζει/ Το αναλλοίωτο γαλάζιο// Ακατανίκητη αστραπή/ Στην έμβαση της νύχτας/ Που το σέλας της απεργάζεται/ Αμετάπειστο/ Την αθανασία
