ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ του Μεσοπολέμου, θεωρείται από μελετητές εισηγητής του μοντερνισμού και πρόδρομος του Σεφέρη. Ο λόγος για τον γεννημένο στην Πόλη Αλέξανδρο Μπάρα, κατά κόσμον Μενέλαο Αναγνωστόπουλο, που αναχώρησε σαν σήμερα το 1990 για τους επουράνιους ναυστάθμους με την «Kλεοπάτρα», τη «Σεμίραμη» και τη «Θεοδώρα». Με διαβατήριο το ποίημα, που δημοσίευσε 23 μόλις ετών στο περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη» της Αιγύπτου το 1929, χάραξε αξιοσημείωτη, ξεχωριστή ρότα στα πελάγη «των μακρινών αναχωρήσεων». Ιδού δεινό δείγμα:
ΝΑΥΣΤΑΘΜΟΥ ΛΥΠΕΣ Παμπάλαιο κι ερείπιο ένα πλοίο/ είδα άθλια γερμένο σ’ ένα πλάι,/ με τα πλευρά του που η σκουριά πια τα ’χει φάει/ με το τιμόνι του έξω απ’ τα νερά,/ σπασμένο,/ δαγκωμένο/ απ’ άγνωστο της θάλασσας θηρίο.// Τέτοιο τρισάθλιο κι ερείπιο ένα πλοίο./ Κι όμως –ποιος θα το πίστευε;–/ απ’ το γυρτό φουγάρο του φαινόταν/ μια υποψία καπνού ν’ αργανεβαίνει/ αδύναμη ψηλά και να σκορπιέται./ (Είχε το ερείπιο μες στα σπλάχνα του κρυμμένη/ μια τελευταία σπίθα, κι ίσως ίσως/ μελλοντικά ταξίδια ονειρευόταν,/ ίσως με τέτοια ελπίδα αποκοιμόταν/ τα βράδια μες στην πλήξη του ναυστάθμου).// Το κοίταζα. Κι ο νους μου άθελα πήγε/ σε κάτι ομοιοκατάντητους ανθρώπους/ που έτσι η ζωή σιγά σιγά τους τρώει…/ Κι οι παραλληλισμοί μού ήρθαν αθρόοι.
ΤΑ ΕΣΠΕΡΙΑ […] στα ελαιώδη νερά του προλιμένος,/ μετακινείται κύκνεια/ ένα μεγάλο πλοίο,/ μετακινείται παίρνοντας/ κατεύθυνση προς τ’ ανοιχτά,/ μ’ εκείνο το περιφρονητικό του μεγαλείο/ των μακρινών αναχωρήσεων…// – Κι ίσως δεν είναι πλοίο,/ ίσως είναι το παν που φεύγει,/ όλα που φεύγουν – Ολα.
Η «ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ», η «Σεμίραμις» κ’ η «Θεοδώρα» […] (Οταν ο δρόμος είναι πάντα ίδιος/ τι τάχα αν είναι σε μια ολόκληρη Mεσόγειο/ ή απ’ το σπίτι σ’ άλλη συνοικία;)/ H «Kλεοπάτρα», η «Σεμίραμις» κ’ η «Θεοδώρα»/ είναι καιρός και χρόνια πάνε τώρα/ του βαρεμού που ενοιώσαν την τυράννια,/ να περπατούν πάντα στον ίδιο δρόμο,/ να δένουνε πάντα στα ίδια λιμάνια.// Aν ήμουν εγώ πλοίαρχος,/ ναι –si j’ étais roi!–/ αν ήμουν εγώ πλοίαρχος/ στην «Kλεοπάτρα», τη «Σεμίραμη», τη «Θεοδώρα»,/ αν ήμουν εγώ πλοίαρχος/ με τέσσερα χρυσά γαλόνια/ κι αν μ’ άφηναν στην ίδια αυτή γραμμή/ τόσα χρόνια,/ μια νύχτα σεληνόφεγγη,/ στη μέση του πελάγου,/ θ’ ανέβαινα στο τέταρτο κατάστρωμα/ κι ενώ θ’ ακούγονταν η μουσική/ που θα ’παιζε στης πρώτης θέσης τα σαλόνια,/ με τη μεγάλη μου στολή,/ με τα χρυσά μου τα γαλόνια/ και τα χρυσά μου τα παράσημα,/ θα ’γραφα μιαν αρμονικότατη καμπύλη/ από το τέταρτο κατάστρωμα/ μες στα νερά,/ έτσι με τα χρυσά μου,/ σαν αστήρ διάττων/ σαν ήρως ανεξήγητων θανάτων.
ΩΔΕΙΟΝ ΗΡΩΔΟΥ ΤΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ Κύπελλο παλιό λησμονημένο/ στα κράσπεδα της Ακροπόλεως,/ συντηρημένη υπομονή/ της αττικής καμίνου, καταφυγή της γλαύκας,/ κρύπτη για το χλωμόλιθο της πανσελήνου,/ λάλον ερείπιο, γήρας μουσικό!
