Καίτοι διαθέτω έναν και μοναδικό ανιψιό, μοναχοκάναρο της μονάκριβης αδελφής μου –παρεπιδημεί στο Μαρόκο τούτες τις μέρες για εαρινές διακοπές μες στο καταχείμωνο–, έχω το προνόμιο να αθροίζω δεκάδες ανεψούδια. Οι ουκ ολίγοι κολλητοί του, είναι κοινωνικότατος –καλή του ώρα–, διατηρούν τη χαριτωμένη συνήθεια να με προσφωνούν, όπως εκείνος, «θείο»· πάντοτε σε ονομαστική οικειότητας και ουδέποτε σε κλητική ευγενείας. Αν συμπεριλάβουμε τη διόλου ευάριθμη παρέα της ομομήτριας καρντασίνας του, που συμπεριφέρεται αναλόγως, συναγωνίζομαι σε κατιόντες συγγενείς ακόμα και γόνους πολυτέκνων, εφάμιλλων του Ιακώβ, του Αχαάβ, του Ροβοάμ και βάλε.
Ρυμουλκεί ο πάτερ φαμίλιας παρόμοιων οικογενειών τα βλαστάρια του σε πούλμαν εξήντα θέσεων τουλάχιστον, όταν πρόκειται να τα μεταφέρει στο βουνό ή τη θάλασσα προς αναψυχήν. Τυχαίνει, λοιπόν, να συναντώ συχνά στα πιο απίθανα στέκια αγόρια και κορίτσια με τη μισή ηλικία μου, ενίοτε ολότελα άγνωστα, που με χαιρετούν με την ως άνω εγκάρδια προσαγόρευση. Μιλάμε για μεγαλεία! Επειτα από σχεδόν ενός μήνα εθελούσια αποχή από το αλκοόλ, έτσουζα τα ποτά μου μεταμεσονύκτιες ώρες της Πέμπτης στην μπάρα του προσφιλούς «Ορεβουάρ». Καθώς καληνύχτιζα οινοβαρής, αν και καταγινόμουν με σκοτσέζικα κεχριμπάρια, ακούω από το μπροστινό τραπεζάκι της τζαμαρίας με τον εορταστικό διάκοσμο, ένεκα οι χρονιάρες μέρες, εκεί που άλλοτε κάθονταν αδιαλείπτως κάθε βραδιά οι Ψαθάς, Τσιφόρος και Πρετεντέρης πατήρ, τη γνωστή προσφώνηση: «Θείοοο…».
Ιδεάζομαι βασίμως ότι απευθύνεται στην αφεντιά μου, γυρίζω κι αντικρίζω τον Γιώργο, γείτονα, συμμαθητή, αδελφικό φίλο και εσχάτως συνεταίρο του ανιψιού μου στο μεζεδοπωλείο «Ρούκουνας» στα Ανω Πατήσια. Με καλεί στο τραπέζι του, μου συστήνει την ομήλικη συντροφιά του, Νάνσι, Θανάσης και Αλέξανδρος, παραγγέλνουμε από ένα σφηνάκι για το κατευόδιο και πιάνουμε ψιλό λακριντί. «Πώς και δεν είσαι στο μαγαζί τέτοια ώρα;» ρωτώ. «Αργά απόψε ήρθα απ’ την Κρήτη. Ελειπα πέντε μέρες στο χωριό για τις ελιές» αποκρίνεται. Πες, πες, η κουβέντα παρεκτρέπεται απ’ τους ανέμους, εξοκέλλει απ’ τα ύδατα, περιστρέφεται γύρω απ’ τον δάκο και εκτείνεται σε ιστορίες με δράκους ή άνευ. Διευκρινίζω ότι πρέπει να αποχωρήσω, να σπεύσω σπίτι ν’ αρχίσω να γράφω τη στήλη, εστίαζα ήδη σε υπουργό που Πολλάκις εκφράζεται χύδην εξαιτίας του μπρουτάλ χαρακτήρα του, να κοιμηθώ περασμένες έξι και να βάλω το ρολόι στις εννιά.
Συνεχίζω τότε το γράψιμο και, κατά το μεσημεράκι, αναχωρώ πανικόβλητος για την εφημερίδα, όπου με περιμένει η δουλειά του συντάκτη ύλης κι όλα αυτά επειδή το φύλλο του Σαββάτου κλείνει νωρίς το απόγευμα της Παρασκευής· το δημιουργικό άγχος του επαγγέλματος εν ολίγοις. «Είσαι ταξιτζής; Σε ποια πιάτσα;» πετάγεται ο Θανάσης εκ δεξιών μου, που μπέρδεψε τα κείμενα με τα χιλιόμετρα, απορροφημένος στην οθόνη του κινητού. «Πες το κι έτσι. Δεν συνηθίζω, όμως, να σταθμεύω. Μ’ αρέσει ο δρόμος κι ας καίω βενζίνη και χάνω λάδια» απαντάω. Ο Γιώργος εξηγεί τι είδους δρομολόγια εκτελώ κι ο Θανάσης μού σφίγγει το χέρι με επισημότητα.
Η χειραψία συνοδεύεται, ωστόσο, από ψυχρολουσία. «Χαίρομαι που συναντώ πρώτη φορά συνεταιριστή της “Εφ.Συν.”» κάνει. «Σας στήριζα καθημερινώς από την πρώτη μέρα, αλλά, αφότου γίνατε εφημερίδα της κυβερνήσεως, σας αγοράζω αραιά και πού μόνο Σάββατο». Προβάλλω σθεναρές αντιστάσεις. «Είμαστε πλουραλιστικό έντυπο. Φιλοξενούμε και γνώμες που προκαλούν αλλεργία σε Μαξίμου και Κουμουνδούρου» αντιτάσσω. «Είσαστε ΣΥΡΙΖΑ μόνο 110%» με αφοπλίζει ο Αλέξανδρος. Τα κατέγραψα και τα αναφέρω. Η πλάκα είναι πως αμφότεροι προτιμούν για αισθητικούς λόγους την Αχτσιόγλου από τη Ράπτη και τον Σκουρλέτη από τον Δένδια και μάλλον θα ξαναψηφίσουν το κόμμα. Το ’χει φαίνεται το τραπέζι με τα χρονογραφήματα.
