Αγαλίασα παρακολουθώντας σε κεντρικό βιβλιοπωλείο της πόλεως, νωρίς το βράδυ της Παρασκευής, προτού αρχίσουν τα όργανα πέριξ της πλατείας Καρύτση για τον εορτασμό των έξι χρόνων από την έκδοση της ανά χείρας εφημερίδας, την εσπερίδα υψηλών αισθητικών κορυφώσεων που διοργάνωσε η Λέσχη Ιστορίας και Πολιτισμού της λαοπρόβλητης ΑΕΚ. Επρόκειτο για μυσταγωγική μέθεξη ποιητικής και εικαστικής δημιουργίας. «Η ενωσίτικη κουλτούρα εδώ και 94 χρόνια καταυγάζει την πνευματική ζωή της Ελλάδος με πληθώρα ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών», υπενθύμισαν οι διοργανωτές. Εικονογραφημένο με πίνακες του διακεκριμένου ζωγράφου Νίκου Οικονομίδη το φωτεινό πατάρι, φιλοξένησε τον βραβευμένο ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο, απ’ τους σημαντικότερους εκπροσώπους της γενιάς του ’70, ο οποίος διάβασε σπουδαίους στίχους του με ακροτελεύτια την περίφημη «Ωδή στον παίκτη της ΑΕΚ και της Εθνικής Χρήστο Αρδίζογλου». Ανίχνευα τη συγκίνηση στο πρόσωπο του παλαίμαχου ποδοσφαιριστή, που άκουγε αμίλητος στην πρώτη σειρά, και νόμιζα πως τρέχει ξέφρενα, όπως άλλοτε, ατίθασο άλογο στα στάδια της συλλογικής μας συνείδησης.
Εκτεταμένο απόσπασμα ακολουθεί. Ιδού: Από το ότι, ορμώμενος, τα χρόνια περνούν γρήγορα/ και αυτό το βρίσκω πικρό και άδικο/ […] θα υμνήσω και εγώ με τη φτωχή την πένα μου/ τον μοναχικό πλην όμως φιλότιμο χαρακτήρα/ του παίκτου της ΑΕΚ και της Εθνικής Χρήστου Αρδίζογλου./ Θα υμνήσω, γιατί το παιδί αυτό/ από τις ταπεινές τις γειτονιές του Περισσού προερχόμενο, της Ριζουπόλεως και της Σαφράμπολης/ ήταν το μόνο από πολλούς άλλους/ που παρά την υπεροψία της νεότητάς του/ εκράτησεν ενός λεπτού στα μυστικά σιγή/ για όσους βετεράνους δεν επέτυχαν το γκολ σε κρίσιμη στιγμή/ απορρίπτοντας έτσι ακόμη και τον θάνατο/ μια και αγνόησε όλους αυτούς τους αθλητές/ που τώρα βρίσκονται στο χώμα./ Θα υμνήσω./ Γιατί το παιδί αυτό κατεβαίνοντας –όπως προείπα–/ από τους καλύτερους αέρηδες,/ ήταν το μόνο που πάντα με εύστροφες κινήσεις/ επετύγχανε την εκπόρθηση της αντίπαλης εστίας/ σε ξένα γήπεδα προπάντων/ κάνοντας έτσι να ακουστεί ανά την υφήλιο/ το όνομα της μικρής πατρίδας μας/ ενώ συνάμα εχάριζε, λέγω εχάριζε,/ με την πράξη του αυτή/ μια ολοφώτεινη νύχτα Χριστουγέννων/ στους αστέγους της πλατείας Ομονοίας./ Ω, δεν ημπορώ να φαντασθώ το γήρας/ στα αλογίσια πόδια του παίκτου Χρήστου Αρδίζογλου./ Δεν ημπορώ να φαντασθώ την ώρα/ που τα παπούτσια του θε να κρεμάσει θα φύγει από τα γήπεδα/ θα σταδιοδρομήσει ως επιχειρηματίας ή χωροφύλαξ έστω/
Kαι θα βρεθεί υπό μετάθεσιν στην Αταλάντη. Στην Αταλάντη και πάλι λέγω/ όπου το παιδί του μη γνωρίζοντας από γήπεδα, «αστέγους»,/ φιστίκια – αστέρια στα πανέρια των μικρών του σινεμά/ θα γράφει στις εκθέσεις του·/ «Ο πατέρας μου εγεννήθη εις την Αθήνα./ Ηλθε εδώ λόγω της φύσης της δουλειάς του/ όπου εγεννήθηκα κι εγώ»./ Τιμή και δόξα στον παίκτη Χρήστο Αρδίζογλου,/ που θα σηκώσει για άλλη μια φορά τελεσίδικα πια/ όπως ο τρελοί τους επιταφίους των νεκροταφείων/ την ασήκωτη μοναξιά μας, και θα φύγει.
