Θου Κύριε… Θαρρώ πως θεωρούνται αυτονόητοι οι λόγοι για τους οποίους με είχανε τάξει μικρό στη Μεγαλόχαρη. Αποφεύγω να υπεισέλθω σε τραυματικές λεπτομέρειες. Παραμονές Δεκαπενταύγουστου, καταπλεύσαμε στην Τήνο οικογενειακώς. Επικρατούσε το αδιαχώρητο στο βαπόρι. Βούλιαζε απ’ την πολυκοσμία το ιερό νησί. Μυρμηγκιές τα πλήθη κατασκήνωναν σε προαύλια σχολείων και κάθε λογής πλατώματα, απλώνοντας πρόχειρα στρωσίδια κατάχαμα. Δεν είχαν ανακαλύψει ακόμη οι Νεοέλληνες τις πρακτικότατες «μπουγάτσες με τουρίστα», κατά πώς αποκαλούν οι Σαλονικιοί τους υπνόσακους. Παρηγοριόμουν κάπως, διαπιστώνοντας πως δεν ήμουν το μόνο ταμένο.
Αδελφικός φίλος του πατέρα μου μας βόλεψε σε σπίτι στον Φαλατάδο, που φημίζεται για τη δυνατή, μυρωδάτη ρακή του. Δεν κρύβω ότι έτσουξα κι εγώ κρυφά τα ποτηράκια μου. Τη βγάλαμε μπέικα. Με ορμήνευε απ’ την Αθήνα η γιαγιά μου να προσκυνήσω με εδαφιαίες υποκλίσεις τη θαυματουργή εικόνα, μπας και με φωτίσει η χάρη της. Διέβλεπε από τότε η σοφή γραία ορισμένες αδιόρατες, δαιμονικές πτυχές που επρόκειτο να κυριαρχήσουν χρόνια αργότερα στον χαρακτήρα μου. Ισως πάλι να ’θελε να απαλλαγεί από τα εφτά καρφιά, με τα οποία την κεντούσα νυχθημερόν. Τραβούσε τα μαρτύρια του Χριστού με τις διαβολιές μου η δύσμοιρη και εναπόθετε όλες τις ελπίδες της στην Παναγία.
Υποψιαζόμουν αμυδρά, όντας παιδί του Δημοτικού, ότι οι εξωπραγματικές περιγραφές περί ανάβλεψης τυφλών και τα τοιαύτα που άκουγα από διάφορους θρησκόληπτους εδράζονται σε υπερβολές θεολογικής φύσεως. Την έστησα, λοιπόν, στα προπύλαια του ναού, περιμένοντας να δω ιδίοις όμμασι τα υποτιθέμενα θαύματα· κανέναν παραλυτικό παροικούντα την Καπερναούμ να κατεβαίνει πέντε πέντε τα σκαλιά ή τίποτα άλαλους να εκφωνούν προεκλογικές ομιλίες. Φευ! Δεν αντίκρισα το παραμικρό, παρά την ευφορική και οπωσούν παραισθησιογόνα επίδραση της τσικουδιάς. Γονυπετείς ανηφόριζαν ασθμαίνοντες οι ρέστοι ταμένοι, μπουσουλώντας, που λέει κι ο Κώστας Μπακογιάννης, μετά βασάνων και κόπων κατηφόριζαν και δη με κνήμες και επιγονατίδες καταγδαρμένες. Δεν πήρα πρέφα γρι, καίτοι οι πάντες μιλούσαν για δεκάδες μυθιστορηματικές μεταμορφώσεις υπό την επίδραση υπερφυσικών, θείων δυνάμεων· ακόμα και οι εφημερίδες της επιούσης. Εφταιγε μάλλον η εξ ιδιοσυγκρασίας αρνησιθρησκεία μου.
Με τους περαχωρίτες παρακείμενης στην ακτή του Ευβοϊκού κώμης, όπου παραθερίζαμε την ίδια περίοδο, τάχθηκα όταν οι ταλαίπωροι χωρικοί συγκρούστηκαν με τον εφημέριο της ενοριακής εκκλησίας, στρατιωτικό αρχιμανδρίτη, από τα εναπομείναντα και επιμένοντα «σταγονίδια» της χούντας. Ο τροφαντός παπάς προέβαλλε σθεναρή αντίσταση στην πρόθεσή τους να θεμελιώσουν ξωκλήσι στο σημείο στο οποίο ξέθαψαν εικόνισμα που δάκρυζε από καιρού εις καιρόν. Εβαλε, λοιπόν, τους αγίους που κοσμούσαν το τέμπλο του να χύνουν ομοθυμαδόν μαύρο δάκρυ, για να αποτρέψει την ανέγερση του ναΐσκου που θα αδυνάτιζε το παγκάρι του. Απαντες οι περίοικοι κατόπτευαν τα κλάματα, εκτός από μένα τον αθεόφοβο, κι ας ξεροστάλιαζα ολημερίς δίπλα στα μανουάλια.
Αυτά μικρός. Ενήλικος πια, παρακολουθούσα τον άγιο Γιοβάν Τσαούς να οδύρεται με λυγμούς, τους χειμερινούς μήνες, στο ντουβάρι της ταβέρνας «Εφήμερο» της οδού Μεθώνης, στην εμβληματική τοιχογραφία του Σπύρου Παπαγιαννόπουλου, προφανώς εξαιτίας της υγρασίας. Ετσι πίστεψα. Κι όταν μπάνισα προχθές τον θεϊκό ΘΑλέξη στο ενσταντανέ του με τον Αρχιεπίσκοπο στην πόρτα του Μαξίμου, αντελήφθην ότι ζούσα στη σφαίρα της μεταφυσικής. Δεν χρειαζόταν να το επιβεβαιώσει ο ίδιος τη μεθεπόμενη. Αρκούσε το γέλιο μέχρι δακρύων του Ιερώνυμου. «Οταν μετά από 79 χρόνια επιλύεται μια εκκρεμότητα, που κανείς άλλος δεν κατάφερε να επιλύσει, τότε πρόκειται για “θαύμα”», είπε ταπεινά ο πρωθυπουργός. Και πριν αλέκτορα φωνήσαι, άρχισε να μοιράζει δέκα χιλιάδες θέσεις εργασίας στο Δημόσιο. Κάλπικα ταξίματα ενώπιον της θαυματουργής κάλπης.
