«Μου ’λειψαν τόσα χρόνια η παλέτα και τα πινέλα μου. Ανυπομονώ να ξαναζωγραφίσω. Αντε ν’ αρχίζουμε επιτέλους», έκανε ασυγκράτητος ο Νώντας κι οι άλλοι δυο τον κοζάριζαν ενεοί. «Τι εννοείς “αρχίζουμε”;», είπε φουρκισμένος ο Φώντας κι ο νους του πήγε αμέσως στο κακό. «Εννοώ ότι επ’ ουδενί δεν σκοπεύω να διαπράξω μονάχος την παραχάραξη που προτείνετε. Πώς θα μπορούσα, άραγε, να παραχαράξω τον ίδιο μου τον εαυτό;», αναρωτήθηκε εξοργισμένος ο Καραμπίνης. «Οι στοιχειώδεις κανόνες της παρανομίας απαιτούν συνεργούς, συνενόχους. Ετσι λειτουργούν οι μαφιόζοι από την Κατάνια ώς το Σικάγο κι οι τεροριστές όπου γης. Κι οι τρεις μαζί θα διαμορφώσουμε τους πίνακες. Εγινα σαφής;».
Σάστισαν αμφότεροι με την αδημονία του. «Προς τι τόση πρεμούρα, καρντασάκο; Δεν θα σε βγει σε καλό. Ηρεμα. Το πράμα σηκώνει σκέψη», συμπέρανε συνοφρυωμένος ο Καραμπέσης. «Ισα ρε, με τη σκορδόπιστη. Την ταλιροπνίχτρα. Της ξομολογήθηκα σε στιγμές αδυναμίας και ηδονής μύχια μυστικά που δεν τα ’χα πει σ’ άνθρωπο κι αυτή τα μεταποίησε σε εμπορικό σήμα. Ολα για την κονόμα, ρε γαμώτο. Ακου “topi, γκελ στην ελευθερία”», αποκρίθηκε βγάζοντας αφρούς. «Θα διεκδικήσω ποσοστά και θα τα αποσπάσω με το σπαθί μου, σωστότερα με τη σπάτουλα και τη χρωματοπυξίδα μου».
Κατέπληξε την ομήγυρη η Αντιγόνη, που εμφανίστηκε προετοιμασμένη στο έπακρο. «Εφόσον ισχύει πως έχετε μαύρα μεσάνυχτα στο ελεύθερο σχέδιο και δεν νογάτε να τραβήξετε δυο ίσες γραμμές, θα δοκιμάσουμε τις μικτές τεχνικές», ξεκίνησε. «Μας τις έμαθε πριν από χρόνια στο νηπιαγωγείο νεαρή συνάδελφος, που σκάμπαζε από τέτοια. Τα μικρά ανταποκρίθηκαν μια χαρά. Αφού τα κατάφεραν τα νιάνιαρα, διάολε, δεν μπορεί θα πετύχετε κι εσείς, που, όπως και να το κάνουμε, διακρίνεστε για την καλλιτεχνική σας φλέβα». Εξήγησε στη συνέχεια ότι πρόκειται για μέθοδο σύνθετης και πολύμορφης δημιουργίας. «Εφαρμόζεις πάνω σε συγκεκριμένη επιφάνεια, χαρτί, ξύλο, γυαλί, κοντραπλακέ, οτιδήποτε, εικόνες της αρεσκείας σου, φωτογραφίες, αφίσες ή αποκόμματα εφημερίδας και τα περνάς με ειδική κόλλα και αλλεπάλληλα στρώματα βερνικιού. Η όλη διαδικασία αποκαλείται ντεκουπάζ, κύριε Γάλλε μου», συμπλήρωσε με αδιόρατη ειρωνεία.
«Προσθέτεις έπειτα χρώματα, χάντρες, φύλλα χαλκού, ό,τι γουστάρεις. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Δεν πιστεύεις στα μάτια σου. «Θα φιλοτεχνήσουμε κολασμένα κολάζ μ’ άλλα λόγια», μπήκε ευθύς στο νόημα το αδέλφι της. Τις επόμενες μέρες, οι δυο φίλοι έπεσαν με τα μούτρα στο ψάξιμο σε διαδίκτυο, εγκυκλοπαίδειες, βιβλιοθήκες κι όταν επεσήμαιναν κάτι αξιόλογο το συζητούσαν απ’ έξω απ’ έξω με γνώριμους εικαστικούς, προκειμένου να επινοήσουν και να τελειοποιήσουν τη μανιέρα τους. Ας τους παράσχουμε τον απαιτούμενο χρόνο. Από αύριο, έτσι κι αλλιώς, κάνω χρήση της φθινοπωρινής μου άδειας. «Με τι λεφτά;», θα ρωτήσετε. Απ’ τον σωρό του Σόρος, υποθέτω, που χρηματοδοτεί αδρά την «Εφ.Συν.», σύμφωνα με τον εγκυρότατο, πάντα τεκμηριωμένο, φάντη, συκοφάντη και γνήσιο παραχαράκτη καπτάν-Πάνο. Εντελώς Καμ(μ)ένος! Αλλοτε με δύο, αλλά εσχάτως μόνο με ένα «μι».
