Η Πάτρα υποδέχτηκε τον Νώντα στους ξέφρενους ρυθμούς τους καρναβαλιού. Οι προετοιμασίες για την επιβλητική παρέλαση της Τυρινής Κυριακής βρίσκονταν στο απόγειό τους. Η πόλη ήταν γεμάτη μασκαράδες κι η μεταμφίεση του Καραμπίνη κόλλησε γάντι. Ντυμένος με χοντρό ντρίλινο παντελόνι, κυανόλευκο καρό πουκάμισο, φαρδύ μάλλινο πουλόβερ, βαριά πατατούκα, τραγιάσκα ασορτί απ’ τα αφόρετα της παλιάς κολεξιόν στο μπαούλο του Φίλωνα και με ξυρισμένο σύρριζα το μουστάκι δεν θα αναγνωριζόταν μήτε απ’ τη μάνα του. Αγόρασε και μάσκα με την καρικατούρα του Ζαμπέτα, παραπέμποντας σε γκροτέσκα αποθέωση του χουντικού κιτς.
Την έστησε, σχεδόν απαρατήρητος, στην αφετηρία του αστικού για το Πανεπιστήμιο και προς το λιόγερμα μπάνισε στο λεωφορείο τον Παύλο Κωστίδη, αναρχικό φοιτητή, γνωστό του από την εποχή των Λαμπράκηδων. Εκείνος τον ασφάλισε στα Ταμπάχανα, σε ξεκάρφωτο διαμέρισμα τελειόφοιτης του Χημικού, ψιλοάσχετης, που ’λειπε στην Καρδίτσα να κάνει Αποκριά με τους δικούς της. Και φρόντισε, αξιοποιώντας τις διασυνδέσεις του αντιστασιακού κινήματος, να τον μπαρκάρει για την Ανκόνα, κρυμμένο σε νταλίκα, την ώρα που η πομπή του βασιλιά Καρνάβαλου άλωνε απ’ τα Ψηλαλώνια ώς το Μπεγουλάκι, το κέντρο και τους συνοικισμούς. Ο υπ’ αριθμόν ένα καταζητούμενος των ημερών, όστις κατόρθωσε να ελευθερωθεί από τα δεσμά του τυραννικού καθεστώτος, έδινε, έπειτα από μια βδομάδα, συνέντευξη Τύπου στη Ρώμη.
Ξεκαθάρισε στον Στέλιο Μανουσέλλη, που θα εκτελούσε χρέη συντονιστή στην εκδήλωση, ότι δεν επιθυμεί να επεκταθεί στις λεπτομέρειες της απόδρασης. Πιθανόν να βάδιζαν και άλλοι κρατούμενοι στη δαιδαλώδη διαδρομή της φυγής του και λογάριαζε, ως εκ τούτου, να την κρατήσει εφτασφράγιστο μυστικό. Ο άτυπος κονφερασιέ επινόησε απίθανο σενάριο, σύμφωνα με το οποίο ο Καραμπίνης διέσχισε με κρις κραφ τη μανιασμένη Αδριατική, στην οποία έπνεαν θυελλώδεις τραμουντάνες άνω των οκτώ Μποφόρ το επίμαχο διάστημα. Το στόχαστρο των λαγωνικών της δικτατορίας μετακινήθηκε αίφνης προς τις πολυτελείς μαρίνες της Αττικής και της δυτικής χώρας. Ανακρίθηκαν με ήπιες μεθόδους –τις γνωστές περιποιήσεις της Ασφάλειας, χωρίς έμφαση στη φάλαγγα και τα ηλεκτροσόκ– όσοι κυβερνήτες σκαφών αναψυχής διέθεταν οικογενειακό φάκελο και ορισμένοι αυθάδεις γόνοι εφοπλιστών, ώσπου χρειάστηκε να επέμβει το λόμπι του Λονδίνου και να ηρεμήσει τα πνεύματα, τραβώντας το αυτί σε επίλαρχους, ταξίαρχους και αντιστρατήγους.
Τις τερατολογίες του Μανουσέλλη κατάπιαν ελάχιστοι νουνεχείς ακροατές και κάθισαν σαν κόμπος στον λαιμό της δύσπιστης κομματικής ορθοδοξίας, που παντελώς ανορθόδοξα τον κατηγόρησε για ανάρμοστες δοσοληψίες και ξεδιάντροπη συνεργασία με τους φασίστες. «Περασμένα, αλλά όχι ξεχασμένα» ξεφύσηξε ο Νώντας ξαλαφρώνοντας από το βάρος της μακροτενούς διήγησης. «Τα ρέστα τα ξέρετε. Εφτασα με τα πολλά στο Παρίσι, όπου απελευθέρωσα τα κρυφά μου χαρίσματα και εξελίχθηκα σε φέρελπι, καίτοι κομμάτι εκκεντρικό, εικαστικό». Ενεοί τον κοζάρισαν οι άλλοι. «Μου ’λειψαν τόσα χρόνια η παλέτα και τα πινέλα μου. Ανυπομονώ να ξαναζωγραφίσω. Πότε αρχίζουμε επιτέλους;». (Συνεχίζεται)
