ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Προχωρούσε με αεράτο βήμα γοργό. Διάλεγε μονοπάτια, κατά προτίμησιν κακοτράχαλα· φοβόταν τα αινιγματικά συναπαντήματα στις δημοσιές. Προδιατεθειμένος να οδοιπορεί μόνο νύχτα, λογάριαζε να κρύβεται τη μέρα από αδιάκριτα βλέμματα και φλύαρες γλώσσες. Κατά το ξημέρωμα υπολόγισε πως θα ’χε διανύσει τουλάχιστον δεκαπέντε χιλιόμετρα κι έψαχνε κάνα σπήλαιο, τίποτα ασφαλείς συστάδες ή βραχιές, κάτι ενδεδειγμένο, τέλος πάντων, να τρυπώσει ίσαμε το βράδυ. Ξεφορτώθηκε την οικοσκευή του σε παράνομη χωματερή. Κράτησε μονάχα το ένα παγούρι, ξεχειλισμένο σε γάργαρη πηγή. Τα άφθονα φρούτα στις τσέπες του θα διασκέδαζαν όσο να ’ναι τη διαβολεμένη του πείνα. Τον χόρταινε η ελευθερία πριν απ’ όλα.

Αίφνης τρακάρισε σε χαμοκέλα. Επρεπε να σκύψει προκειμένου να εισέλθει. Εγειρε λίγο παραπάνω –παρακάτω για την ακρίβεια– και ανακάλυψε το κλειδί του λουκέτου πίσω από γλάστρα. Του μπει ορ νοτ του μπει; Το σεξπιρικό ερώτημα τον βασάνισε, όχι, η αλήθεια, για πολύ. Φροντισμένα τα πάντα στο εσωτερικό, μαρτυρούσαν τη νοικοκυροσύνη του ιδιοκτήτη. Στρωμνή πάνω σε παλέτες δίπλα στην παραστιά τού ’κλεισε τσαχπίνικα το μάτι. Τα μάλλινα σκεπάσματα με τα κρόσσια την έκαναν αναντίρρητα πιο ελκυστική. Τρία πακέτα μακαρόνια του χαμογελούσαν μέσα απ’ το πράσινο φανάρι. Πετρογκάζ σε χαμηλό πάγκο, στρωμένο με μουσαμά, του άναβε πυρκαγιές στα μπατζάκια. Αξιζε να το παίξει κορόνα-γράμματα;

Θυμήθηκε, όμως, ότι είναι Κυριακή, σχολιανή μέρα, πως οι κατά κανόνα θεοσεβούμενοι αγρότες πάνε στην εκκλησιά, έπειτα στο καφενείο, πίνουν τσίπουρο ή ουζάκι και κατόπιν κρασί στο μεσημεριανό τραπέζι ενώπιον οικογενειακής απαρτίας. Πού να τρέχουν ύστερα στα κτήματα! Ξεκρέμασε το κατσαρολάκι απ’ τον τοίχο κι έβρασε αρχοντική μακαρονάδα. Δεν του πήγαινε καρδιά να τη φάει νερόβραστη. Εχυσε στο πιάτο το περιεχόμενο κονσέρβας με πικάντικες σαρδέλες και ανακάτεψε. Τύφλα να ’χουν οι Γάλλοι σεφ! Επλυνε τα σκεύη και οριζοντιώθηκε κάτω απ’ τις κουβέρτες. Με την ταλαιπωρία που κουβαλούσε θα κοιμόταν ξερός δυο μερόνυχτα. Το απογευματάκι, ωστόσο, τον ξύπνησε η αύρα απροσδόκητης παρουσίας και η μυρωδιά ξύλου που καίγεται. Η ανέφελη ματιά του ευπροσήγορου πενηντάρη, που τον παρατηρούσε αραχτός πλάι στο πυρωμένο τζάκι, τον περιέβαλε με καθησυχαστική ζεστασιά.

«Μη σκοτίζεσαι, πατριώτη. Κοιμήσου. Είσαι, φαίνεται, πτώμα απ’ την κούραση» είπε ο απρόσκλητος επισκέπτης, συδαυλίζοντας τη φωτιά. Τινάχτηκε ξαφνιασμένος ο Νώντας, έτριψε τα βλέφαρα με τον αντίχειρα και τον δείκτη να διώξει τις τσίμπλες και βολεύτηκε στο απέναντι σκαμνί. «Ξενόπουλος. Φίλων Ξενόπουλος» συστήθηκε ο άλλος και του πρότεινε την παλάμη του. Ψέλλισε ακόμα πιο αστείο απ’ πραγματικό του όνομα ο Καραμπίνης, κάνοντας τόκα. Το πρώτο που του ’ρθε. «Να με συμπαθάς, παλικάρι μου. Ξέρω ποιος είσαι» ξηγήθηκε εξαρχής σπαθί ο οικοδεσπότης. «Εφαγαν τον κόσμο να σε βρουν τα ζαγάρια. Κατέβασαν ώς και τα στρατά. Χαίρομαι που τους τη λάκισες».

Οφείλω να προσθέσω ότι ο Φίλωνας υπήρξε αντάρτης του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου. Είχε γνωρίσει μάλιστα και τον Αρη. Πολέμησε γενναία τους κατακτητές και ανταμείφθηκε με δωρεάν παραθερισμό σε Μακρόνησο και λοιπούς νησιωτικούς προορισμούς. Σιχαινόταν την εθνοσωτήριο Επανάσταση, αλλά δεν τη φοβόταν. Ο φυγάς αισθάνθηκε κυριολεκτικά στο έλεός του. Μπορούσε να τον καρφώσει ανά πάσα στιγμή. Απ’ ό,τι έμαθε αργότερα τον είχαν επικηρύξει. Εχτιζες οχταώροφη πολυκατοικία στην Κυψέλη με το εκατομμύριο εκείνα τα χρόνια και εξασφάλιζες παιδιά κι εγγόνια. Ελάχιστοι θα αντιστέκονταν σε παρόμοιο πειρασμό κι ακόμα λιγότεροι φτωχοί γεωργοί. Ο Φίλωνας, όμως, αποδείχτηκε αληθινός φίλος. Τεφαρίκι. (Συνεχίζεται)