Δεν έπληξε στιγμή στην παρέα των αρουραίων ο Καραμπίνης. Βρισκόταν σε διαρκή εγρήγορση. Το μυαλό του τροχιζόταν ξουράφι. Η στενή επαφή με την αρχέγονη, αμόλυντη και ανυστερόβουλη πανίδα τον δίδαξε φιλοσοφία ζωής: Να μπαίνει στον κόπο των άλλων, εν πρώτοις, να ανιχνεύει τα χούγια και να συμμερίζεται τον πόνο τους, να υψώνει στο προσκήνιο τα ταλέντα και την αξία ακόμα και των φαινομενικά υποδεέστερων, να αλιεύει αδάμαντες και μαργαρίτες μες στα εμέσματα και, κυρίως, να βλέπει με ξένα μάτια τον εαυτό του, από απόσταση, πασχίζοντας να τον κάνει καλύτερο. Περνώντας τα χρόνια, νοσταλγεί όλο και περισσότερο την εύφορη συναναστροφή τους, ιδίως όταν ηλίθια άτομα –που δεν λείπουν ποτέ κι από πουθενά– εισχωρούν στον κύκλο του, σμπαραλιάζοντας παραγωγικές φιλικές και πολιτικές συζητήσεις, διασκεδάσεις ή χαζοξενύχτια, καταντώντας τους μήνες και τα χρόνια να συγκεφαλαιώνονται ως μάταιος και χαμένος καιρός.
«Τα ποντίκια με βγάζουν ακόμα ασπροπρόσωπο, οι βλάκες όμως μου μαυρίζουν την ψυχή. Είσαι πάντα χαμένος από χέρι απέναντί τους», πήρε παρατεταμένη ανάσα ο αφηγητής. «Βουνό το δίκιο σου, αδελφέ Νώντα», επικρότησαν μ’ ένα στόμα ο Φώντας κι η Αντιγόνη. «Πες μας, όμως, πώς τους την κοπάνισες τελικά;», ρώτησαν, εξακολουθώντας να τον παρακολουθούν με αδιάπτωτη προσοχή. «Το σχέδιο εκπονήθηκε στην απελπισία μου κι έμπαζε από χίλιες πάντες νερά. Στην πρώτη του φάση με έσωσαν οι ποντικοί, στη δεύτερη, και δυσκολότερη, η απύθμενη κωλοφαρδία», αναπόλησε. Ιδού πώς:
Το σούρουπο της τέταρτης μέρας, φύλακες και χωριό επέστρεψαν από την επίμοχθη όσο και άκαρπη παγανιά τους. Κατάκοποι και με το ηθικό στο ναδίρ, βυθίστηκαν σε βαθύ ύπνο από νωρίς. Περί τα μεσάνυχτα, νεκρική σιγή απλωνόταν παντού. Επρεπε, επιτέλους, να εξαφανιστεί. Θέλοντας και μη. Το μεταλλικό σκεύος του φαγητού γυάλιζε απ’ το πρωί σαν καθρέφτης κι απέμεναν όλες κι όλες δυο γουλιές στο φλασκί. Αποχαιρέτησε τα φιλαράκια του με τα τρία τελευταία «Μιράντα» του καλού Παπαδόπουλου, που κράτησε ειδικά για την περίσταση. Εχωσε τα συμπράγκαλα στη σακούλα τους και τακτοποίησε σχολαστικά τις αχυρόμπαλες. Οφειλε να σβήσει κάθε ίχνος του, να μην αποκαλυφθεί επ’ ουδενί το κατάλυμα. Επρόκειτο να το χρησιμοποιήσουν κι άλλοι σύντροφοι.
Βγήκε στο ύπαιθρο με χίλιες προφυλάξεις, ρουφώντας απεριόριστο αέρα. Το σημείο ήταν απρόσιτο από τους κοιτώνες και τη σκοπιά κι η σελήνη, σε φάση αμφίκυρτου μηνίσκου, δεν είχε ακόμη προβάλει. Τράβηξε δυτικά κατά τους λόφους. Προδιέγραψε ενδελεχώς την πορεία του το προηγούμενο διάστημα, ώστε να αποφεύγει τις κακοτοπιές. Παρά την κούραση, τον υποσιτισμό και την ξαγρύπνια, σε μισή ωρίτσα πετούσε. Λαφυραγώγησε μήλα και πορτοκάλια από δέντρα του ιδρύματος και στυλώθηκε κάπως. Απόλαυσε την ελευθερία του, αφοδεύοντας, συνοδεία τσιγάρου, σε παρακείμενο ύψωμα. Βαστιόταν τόσα εικοσιτετράωρα, άλλωστε. «Χέζε ψηλά κι αγνάντευε», ευφράνθηκε, ασχέτως αν δεν έβλεπε την τύφλα του μες στο πηχτό σκοτάδι. (Συνεχίζεται)
