Η νύχτα μεταμόρφωσε, θαρρείς, τους αρουραίους, που εκδήλωναν πιο επιθετική συμπεριφορά. Αποβάλλοντας εντελώς την πρωτινή συστολή τους, χόρευαν με θράσος επάνω του μποσανόβα, που χαλούσε κόσμο εκείνα τα χρόνια. Αισθάνθηκε θανάσιμη απειλή και προσπάθησε να τους απωθήσει, τινάζοντας χέρια και πόδια. Εις μάτην. Κατέφυγε τότε στα μεγάλα μέσα, βγάζοντας το τσακμάκι απ’ την τσέπη. Τους τρόμαξε η φλόγα και απομακρύνθηκαν κακήν κακώς. Αναψε κατόπιν τον Ασο σκέτο του. Είχε να καπνίσει πάνω από τρεις ώρες. Τράβηξε θεριακλίδικη τζούρα και φύσηξε τον καπνό στις μουσούδες τους. Αυτό ήταν! Χάθηκαν μες στ’ άχυρα πάραυτα. Εξαφανιζόλ. Εφάμιλλο του Αροξόλ, το τσιγάρο!
Κουβαλούσε δυο πακέτα μαζί του για να ’χει, όταν θα βρισκόταν μακριά απ’ τη φυλακή. Εκανε κράτει στην κρυψώνα του· αυτοκυριαρχία και εγκράτεια. Οι φούμες σε εύφλεκτο περιβάλλον ίσως απέβαιναν μοιραίες. Ωστόσο, αποδείχτηκαν ωφέλιμες. Τα αρούρια ξαναφάνηκαν μετ’ ολίγον, τούτη τη φορά πιο συγκρατημένα. Ξεθάρρεψαν όμως ξανά. Ο δεύτερος Ασος τούς έκοψε τη φόρα κι ο τρίτος τα έτρεψε εις άτακτον φυγήν. Διαβολεμένη νύστα βασάνιζε τον Νώντα από νωρίς. Εκλεισε κάποτε τα μάτια χωρίς να το καταλάβει, αλλά τον ξύπνησε περίεργη κίνηση και δη στην επιδερμίδα του. Συνέλαβε επ’ αυτωφόρω ευτραφή και αυθάδη πόντικα να του ροκανίζει λαίμαργα τα ρουθούνια και κάμποσους εισέτι, εμφανώς εκλεκτικότερους, να μεζεδιάζουν τους λωβούς των αυτιών του.
Καμιά εικοσαετία αργότερα, οπότε η μόδα θα επέτρεπε και στους άνδρες να τρυπούν ώτα και μύτες, κοσμώντας τα με σκουλαρίκια κάθε λογής, πιθανόν να επεδείκνυε ανοχή. Εν έτει 1969, όμως, η αυστηρότητα των ηθών, της Αριστεράς συμπεριλαμβανομένης, προκάλεσε δρυμεία την οργή του και τους υπέβαλε σε γερμανικά καψόνια με τον αναπτήρα. Ηχος ελικοπτέρων δημιούργησε πανδαιμόνιο τα πρώτα χαράματα. Οι άσπονδοι συνένοικοι έκοψαν λάσπη κι εκείνος εκμεταλλεύτηκε την ευνοϊκή συγκυρία, για να κλέψει έναν σύντομο υπνάκο. Τον αναζητούσαν από ξηράς και αέρος. Κακό του κεφαλιού τους. Ο διευθυντής και η κλίκα του φρένιαζαν. Η απόδραση είχε πολιτικό αντίκτυπο, οσημέραι και διεθνή, κι έτρεμε μη χάσει τη θεσούλα του, στην οποία αναρριχήθηκε λίαν προσφάτως στηριγμένος στις πλάτες διαβόητου ταγματάρχη.
Η σύλληψη του Καραμπίνη επιβαλλόταν για έναν επιπρόσθετο λόγο. Σπανίως ανακάλυπτε τους δραπέτες το προσωπικό του σωφρονιστικού ιδρύματος. Ολως τυχαίως τους έβρισκαν πάντοτε χωρικοί με όσφρηση λαγωνικού. Γαμπροί, κουνιάδοι ή μπατζανάκηδες των εκλεκτών της διεύθυνσης, για να μην κινεί υποψίες η συνεπωνυμία. Εξυπακούεται ότι εισέπρατταν την ουδόλως ευκαταφρόνητη προβλεπόμενη αμοιβή εις είδος. Στάρι, καλαμπόκι, λάδι, πατάτες, τα οποία μοιράζονταν κατόπιν με τους εξ αγχιστείας συγγενείς τους. Με δυο αποτυχημένες δραπετεύσεις το εξάμηνο, απομυζούσαν ολόκληρη την ετήσια παραγωγή της φυλακής. Παρίσταναν τους ήρωες κι από πάνω, ενώ παρότρυναν υπογείως ορισμένους ανόητους να δοκιμάσουν τη γλύκα της διαδρομής προς τα ανώγεια της κοινωνίας. (Συνεχίζεται)
