«Τι γύρευες, ρε μπαγάσα, στην ποντικοφωλιά, εσύ, σωστό αετόπουλο;» ρώτησε ο Φώντας τον Νώντα, θεωρώντας πως ασφαλώς δεν ίσχυε κάτι τέτοιο και η Νίκη απλώς παραλογιζόταν. Ανέκαθεν απέφευγε να μιλήσει για την πολύκροτη απόδρασή του, Φλεβάρη μήνα, από τα κελιά της 21ης Απριλίου. Η καχύποπτη ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος είχε υπαινιχθεί κακεντρεχώς τότε, με ανακοίνωση από τις χώρες του «ανύπαρκτου», ότι τα πάντα συνέβησαν με την ανοχή του καθεστώτος, αν όχι σε αγαστή συμπαιγνία μ’ αυτό. Δεν πολυσκοτιζόταν ο δραπέτης. Σιγά μην απολογούνταν στους σταλίνες. Αφού η έξοδος διαφυγής του δεν αποκαλύφθηκε ποτέ, προείχε η ελευθερία κανενός ακόμα φουκαρά από το ξεμπρόστιασμα της αυταπόδεικτης αναξιοπιστίας της καμαρίλας.
Μετά τη σύλληψη και την ελαχίστως εγκάρδια φιλοξενία του στην Ασφάλεια –υπέστη φάλαγγα, ηλεκτροσόκ και παρεμφερείς περιποιήσεις– ο Καραμπίνης μπουζουριάστηκε στις φυλακές Αιγίνης. Αράπικο φιστίκι, πά’ να πει. Δεκάδες πολιτικοί κρατούμενοι παρεπιδημούσαν στο σεπτόν ίδρυμα. Η ομάδα συμβίωσής τους λειτουργούσε με δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, αποτελώντας κράτος εν κράτει. Υπαρχιφύλακας και διευθυντής ένιωθαν τη γη να τρίζει κάτω απ’ τα πόδια τους. Εχασαν την μπάλα. Από μέταλλο μασίφ, που ’δεναν άλλοτε γύρω απ’ την ποδοκνημική των καταδίκων, όχι απ’ τις παραφουσκωμένες με αέρα κοπανιστό.
Σε ανέλπιστη έκλαμψη υπηρεσιακής ευφυΐας ξεδιάλεξαν τους αιρετικούς, δεκαπέντε νοματαίους όλους κι όλους, και τους έστειλαν πακέτο στο Αγροτικό Σωφρονιστικό Κατάστημα του Μωρέως. Δέσμια της εξόριστης καθοδήγησης, δεν τους ενοχλούσε πια η εναπομείνασα κομματίλα. Οταν υποτάσσεσαι σε μία εξουσία, καθιστάς εαυτόν άθυρμα πασών ανεξαιρέτως. Σε σύγκριση με τη νέα κατάσταση, το Νησί φάνταζε κολέγιο. Το λαϊκότροπο δίστιχο «σου ’λάχει, σου ’λάχει να σε κυνηγούν οι βλάχοι» εξέφραζε τις συνθήκες με ακρίβεια ελβετικών ρολογιών. Γι’ αυτό κι ο Νώντας αποφάσισε από την πρώτη στιγμή να την κάνει προς τον τόπο παραγωγής τους. Κράτησαν τα ρούχα τους και τους έντυσαν με μελιτζανιά στολή. Με κάτι πολυφορεμένα και εντελώς σκωροφαγωμένα ντρίλινα παντελόνια και σακάκια, κομμένα και ραμμένα τη δεκαετία του ’20. Απελπισία
Τα μεροκάματα δεν ήταν κουραστικά. Ουδόλως παρέπεμπαν σε καταναγκαστικά έργα. Εκαστον εξαγόραζε μία μέρα ποινής και εκλαμβάνονταν, ιδίως από τους ποινικούς, ως ευλογία. Η όλη οργάνωσή τους, ωστόσο, στόχευε στην προσβολή της προσωπικότητας, στην καταρράκωση του ηθικού και της αξιοπρέπειας των φυλακισμένων. Οπως το πρωί που ’πρεπε να αδειάσουν επιμήκη, πανύψηλο αχυρώνα γεμάτο με παραλληλεπίπεδες μπάλες τριφυλλιού και σιτηρών, προκειμένου να πάνε για πούλημα. Ηταν τοποθετημένες, ούτως ώστε να σχηματίζουν αυτοσχέδια σκάλα. Σκαρφάλωσαν στην κορφή περί τα δέκα άτομα, έμπηγαν τα δίκρανα στα ξερά στελέχη των δημητριακών και τα πετούσαν στο πάτωμα, απ’ όπου δεύτερη ομάδα τα φόρτωνε σε φρέζες. Καθώς σήκωναν τα δεμάτια, ξεπηδούσαν από κάτω τους ντουζίνες σταχτόχρωμων, στιλπνών και θρεμμένων αρουραίων, που τρύπωναν πανικόβλητοι στα μπατζάκια, γαργαλώντας ενίοτε τους όρχεις τους. Μπλιαχ! (Συνεχίζεται)
