Σταδιακά, η νέα αφεντικίνα γινόταν εξίσου δημοφιλής με τον μακαρίτη στα εργοστάσια και το γραφείο. Κι έμπαινε για τα καλά στο πνεύμα της επιχείρησης. Επαιζε, άλλωστε, την πολιτική οικονομία στα δάχτυλα. Ας όψεται ο Καραμπίνης, που της εμφύσησε την αγάπη για το διάβασμα. Εκτός απ’ το «Κεφάλαιο» του Μαρξ, το οποίο την παίδεψε κάμποσα τέρμινα, είχε εντρυφήσει στις «Αρχές της Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας» του Ρικάρντο, στη «Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος» του Κέινς, στη «Μεθοδολογία των Θετικών Οικονομικών» και σ’ άλλα πονήματα του Φρίντμαν. Οι διαπιστώσεις και οι αναλύσεις της στις συσκέψεις εξέπλητταν ευχάριστα τα στελέχη, σε σημείο να σαστίζουν συχνά.
Πλησίαζε η ώρα να κλείσει η μονάδα στην Ελευθερούπολη, καθότι έληγαν οι συνεχείς παρατάσεις της προθεσμίας που είχε ορίσει προ πολλού το υπουργείο στις οχλούσες βιομηχανίες να απομακρυνθούν από την πυκνοκατοικημένη και διαρκώς αναπτυσσόμενη Νέα Ιωνία. Το οικόπεδο στα Οινόφυτα αγοράστηκε επί Θεοφύλακτου. Η εισήγηση της χήρας του να δημιουργηθεί και πρότυπο τμήμα υφαντουργίας στις νέες εγκαταστάσεις, παρότι έτυχε της ένθερμης υποστήριξης του αρχιλογιστή, αντιμετωπιζόταν με σκεπτικισμό από την πλειονότητα των μετόχων. Ο σκληρός ανταγωνισμός στην αγορά υφασμάτων, τομέας ολωσδιόλου άγνωστος σ’ αυτούς, και η είσοδος ισχυρών παικτών από το εξωτερικό διαμόρφωναν συνθήκες υψηλού ρίσκου. Οι αρχικοί δισταγμοί τους κάμφθηκαν, λόγω της εμπεριστατωμένης οικονομοτεχνικής μελέτης την οποία υπέβαλε η κυρία Μπιρσίμογλου. Βάρυνε κάπως στην τελική τους απόφαση το ότι η ίδια ήταν κληρονόμος του ενενήντα πέντε τοις εκατό της εταιρείας και οι όποιες διαφωνίες στερούνταν νοήματος.
Η Ελπινίκη ραβόταν μόνη της. Μάθαινε μοδίστρα μικρή στην κυρά Φρόσω, φιλενάδα της μαμάς, άλλοτε πρώτη βελόνα της Πόλης και, μετά την προσφυγιά, περιζήτητη στα καλύτερα σπίτια Πειραιώς, Αθηνών και προαστίων. Δεν ήταν κορόιδο να τα σκάει χοντρά σε πανάκριβα φουστάνια. Εκανε τις πιο γκραν εμφανίσεις στο πάλκο σχεδόν τσάμπα. Αρκούσε το ότι έπιαναν τα χέρια της κι έκοβε το μάτι της. Ξεσήκωνε ιδέες απ’ τα περιοδικά. Σπανίως κοίταζε τα φιγουρίνια. Κοζάριζε τι φοράνε οι πρωταγωνίστριες του σινεμά και οι ντίβες του διεθνούς πενταγράμμου. Εμπνεόταν επίσης από τα εξώφυλλα των δίσκων.
Τα συνδύαζε στο μυαλό της και σκάρωνε δικά της μοντελάκια. Είχε το χάρισμα να προεξοφλεί τις επιταγές της μόδας πριν καν εκδοθούν. Ψώνιζε κοψοχρονιά απ’ τις παρόδους της Σωτήρος και της Τσαμαδού τα ρετάλια. Διάλεγε όμως τον αφρό: βελούδα, ζορζέτες, κρεπόν, οργαντίνες, σατέν, μανταπολάμ και μουσελίνες και σενιάριζε απίθανα συνολάκια. Οταν έγινε όνομα και εκτοξεύτηκε το μεροκάματό της, η γκαρνταρόμπα της αυγάτιζε με εκρηκτικούς ρυθμούς. Μοίραζε τότε αφόρετα, παντελόνια φούστες και μπλούζες, στις γειτονοπούλες, αφού προηγουμένως τα μεταποιούσε η ίδια στα μέτρα τους. Οι κοπέλες των τετραγώνων που περιβάλλονταν από τις οδούς Μορκεντάου, Λαοδικείας, Βιθυνίας και Εφέσου έκαναν στράκες, μακράν οι πιο κομψοντυμένες της Αττικοβοιωτίας. (Συνεχίζεται)
