Ο Νώντας σημείωσε τη διεύθυνση στο πακέτο του και στράφηκε προς την αποκάλυψη της βραδιάς, τον Φίλιππα, που ανέλαβε αυτοβούλως καθήκοντα τελετάρχη, τα οποία άρχισε να ασκεί με θαυμαστή σχολαστικότητα και ευσυνειδησία. Απολάμβανε ώρα τώρα σε διπλανό τραπέζι την εύχαρι ατμόσφαιρα που δημιουργούσε η έξαλλη παρέα και ζήτησε να καθίσει στο δικό της, κερνώντας κιμπάρικα απανωτούς γύρους. Αποδείχτηκε σωστό κελεπούρι. «Βάν’ πάν’ απού είκοσ’ του βαν και ξέρ’ απ’ όξω κι ανακατουτά του μέρος. Το ’χου κουλλήσ’ άπειρις φουρές. Βουρ» είπε και προσφέρθηκε να καθαρίσει μόνος του τη λυπητερή. «Μάζουξα πουλλά στα ζάρια απόψι. Του χρήμα πρέπ’ να κυκλοφουρεί» συγκράτησε όσους προέβαλαν αντιρρήσεις.
Ηξερε κατά βάθος πως θ’ ακουμπήσει και πάλι μέχρι δεκάρας τα κέρδη στην κουβέρτα και ηδονιζόταν στην ιδέα να γλεντήσει όσα προλάβαινε. Πού θα ξανάβρισκε άλλωστε τέτοια κουστωδία; Επρόκειτο για επιβλητική φιγούρα –στη θέα της σ’ έπιανε σύγκρυο– που στιγμές στιγμές γινόταν απροσδόκητα κωμική. Τεράστιος. Δυο μέτρα στο ύψος και κάτι παραπάνω στο φάρδος. Τρίφυλλη ντουλάπα ξεχαρβαλωμένη στο κέντρο, κυρίως στο στομάχι και την περιφέρεια. Χωρίς να μεσολαβεί, θαρρείς, λαιμός ορθωνόταν στην κορυφή αυγουλοειδής κεφάλα, εν είδει ακροκέραμου, δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τον υπόλοιπο όγκο. Δέσποζαν εκατέρωθεν τροφαντά, ροδοκόκκινα, δίκροκα μάγουλα, σπαρμένα γειτονιές γειτονιές με δυσδιάκριτες ξανθές τρίχες. Είχε γεννηθεί, γλέπ’ς, στα Τζουμέρκα, όπου έζησε ώς τα δεκαοχτώ, και διατηρούσε ζωντανό το οξυγόνο τους στο αίμα, το πνεύμα και την ψυχή.
Κάτω απ’ το κοντοκουρεμένο μαλλί, που απλωνόταν κατά κιτρινωπές μπούκλες στο πλακουτσωτό κρανίο, διαγραφόταν γκροτέσκο, κοίλο μέτωπο, το οποίο υπογράμμιζαν τοξωτά, σμιχτά, σκούρα φρύδια. Χαμηλότερα, στις βαθιές κόχες, κρυμμένα σε αλλεπάλληλα στρώματα λίπους, διακρίνονταν πού και πού δυο τσακίρικα μάτια στο χρώμα του αίθριου ουρανού. Κάτι μεταξύ μουσούδας γουρουνιού και κομμένης προβοσκίδας παρίστανε καταμεσής ελαχίστως πειστικά τη μύτη. Σπασμένα και προχείρως συναρμολογημένα πιατάκια σερβίτσιου τσαγιού στις άκριες εκτελούσαν ανεπιτυχώς χρέη αυτιών. Στα έστρεφε κατά πρόσωπο, όποτε του μιλούσες, ρωτώντας μονότονα: «Τι είπις;».
Τομή από ψαλίδι ζικ ζακ, κυματιστής κοπής, έχασκε αμήχανα στη θέση του στόματος, ζωσμένη από αταίριαστα σαρκώδη χείλη, τα οποία αντιλαλούσαν βροντερή, καίτοι σπηλαιώδη φωνή. Κάθε δεύτερη λέξη διακοπτόταν από καμπανιστό γέλιο που ’κανε να τρίζουν συθέμελα τα μπετά. Εμοιαζε με απόκοσμο, τρομακτικό καρτούν, σαν εκείνα που λατρεύουν τα παιδιά, καθώς αποπνέουν απέραντη αφέλεια, τρυφερότητα και καλοσύνη. Στην περίπτωσή μας είχε κερδίσει με το σπαθί του και τους μεγάλους. Ιδίως αφότου πλήρωσε τον λογαριασμό κι έτεινε στους καινούργιους του φίλους δυο νάιλον σακούλες τίγκα με κρύα κουτιά μπίρας. Τους οδήγησε χαμογελαστός προς την έξοδο της Ευριπίδου, σε πεζοδρόμιο της οποίας είχε σταθμεύσει όπως όπως το φορτηγάκι του. Σε όσους επρόκειτο να ακολουθήσουν με παπιά και Ι.Χ. όρισε σημείο συνάντησης τη συμβολή Αθηνάς και Σοφοκλέους. (Συνεχίζεται)
