ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις οχτώμισι γινόταν κυριολεκτικά του Κουτρούλη ο γάμος. Προς επιβεβαίωση της παροιμιώδους φράσεως, ο Καραμπίνης –πασίγνωστος στο κατάστημα για τις εκκεντρικές του εμπνεύσεις– ζήτησε από τον σερβιτόρο να τηλεφωνήσει. Ικανότατος στον λεπτό χειρισμό θαμώνων τελούντων εν οργιώδει μέθη, εκείνος αντελήφθη ορθώς ότι στην κατάστασή του δεν έχει την παραμικρή τύχη να τα καταφέρει από την κόκκινη συσκευή «διά το κοινόν» και του κουβάλησε στο τραπέζι την ασύρματη του ταμία.

Εγνεψε στους συμποσιαστές να ησυχάσουν με ύφος που φανέρωνε πως προμηνύεται κάτι σπέσιαλ. Του αναγνώριζαν άπαντες το προνόμιο του άτυπου αρχηγού, μιας κι οι επινοήσεις του προξενούσαν έξαλλα ξεφαντώματα κάθε τόσο. Σε δευτερόλεπτα δεν ακουγόταν κιχ. Σχημάτισε τον αριθμό παλιού κολλητού, σπετσέρη σπουδαγμένου στην Ιταλία, που βιοποριζόταν στο φαρμακείο του Ιπποδρόμου. Τον έπιασε με την τρίτη. Προηγουμένως αλληλομπινελικώθηκε με δυο ταλαίπωρους Τζιτζιφιώτες που, κατά τα φαινόμενα, διέκοψε τα πρωινά τους όνειρα η γκαντεμιά να διαφέρει το νούμερό τους ένα-δυο ψηφία από το αντίστοιχο του ναού στο Φαληρικό Δέλτα.

«Σώσε με, Αντωνάκη μου», καλημέρισε ο Νώντας, μασώντας γαλίφικα τις συλλαβές. «Μόνο εσύ μπορείς» συνέχισε στάζοντας μέλια. «Θέλω επειγόντως περήφανο, άσπρο άτι, ας είναι και ψοφίμι, να κλέψω την τραγουδιάρα που διέρρηξε απόψε τα μάνταλα της καρδούλας μου. Μπήκες;». Συνειδητοποιώντας την επικείμενη αφάσια φάση οι υπόλοιποι ξέσπασαν σε ουρανομήκεις ζητωκραυγές. «Να τσακιστείς να πας για ύπνο» απάντησε ο Αντώνης, που αντιπαρήλθε τον αρχικό αιφνιδιασμό και προσπάθησε να συνετίσει το μονίμως παραστρατημένο αδέλφι του. «Είσαι σκνίπα ανάμεσα σε λιάρδες. Θα γίνεις ρεζίλι των σκυλιών, των αλόγων και ολόκληρου του ζωικού βασιλείου, παλιομπεκρόνι» τον αποπήρε κρυφογελώντας.

Ο αυστηρός του τόνος έφτανε από την άλλη πλευρά του σύρματος σαν πατρικό χάδι, κάνοντας τον Καραμπίνη να καλπάζει κιόλας με τη φαντασία του στα φαράγγια του Φαρ Ουέστ, ως άλλος Μοντγκόμερι Γουντ. «Εχω κλέψει και άλλοτε θηλυκά και μάλιστα με χειρότερη σούρα. Μη φοβάσαι. Το λάσο είναι ήδη γρασαρισμένο» αντιγύρισε, απολύτως βέβαιος για τον διαγραφόμενο θρίαμβο. «Στη βράση κολλάει το σίδερο. Ή τώρα ή ποτέ. Βενσερέμος» κατέληξε με ορμή γεννημένου νικητή καουμπόι. Οι οινόφλυγες γύρω του επικρότησαν αλαλάζοντας εν χορώ: «Και αρπάζει τη Σεράχ (δις) κι όλες λέν’ Αλλάχ, Αλλάχ, έι γκιουλέ ολσούν (δις)».

«Πού και πότε;» έκανε ο φαρμακοποιός, αποδεχόμενος την προδιαγεγραμμένη του ήττα. Αλλωστε σπανίως του χαλούσε χατίρι. «Νίκαια μένει η λεγάμενη. Μορκεντάου με Καισαρείας, μου είπε. Σε καμιά ωρίτσα κάπου κοντά. Γίνεται;». Σε σκάρτο τεταρτάκι το γκαρσόν έτεινε ξανά το τηλέφωνο στον αδιαφιλονίκητο συμποσίαρχο. «Σου στέλνω τη Μικρή Αφικλιώτισσα, περασμένης ηλικίας πια, η πιο ήρεμη μάνα που διαθέτουμε, μπας και περιορίσω τις πιθανότητες να γκρεμοτσακιστείς. Στην είσοδο του Κήπου Νικαίας, Κύπρου και Προύσσης. Το συντομότερο. Κι ο Θεός βοηθός» υπαγόρευσε ο Αντώνης, κατεβάζοντας απότομα το ακουστικό. (Συνεχίζεται)