Ούσα πλέον στο κόλπο η Αντιγόνη, ξεκαρδιζόταν σε ανοιχτή ακρόαση μαζί τους με τα στραπάτσα όσων γλιστρούσαν στην μπανανόφλουδα. Ωσπου ήρθε η σειρά τους να την πατήσουν. Την Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου στην κατηγορία «αντίκες – έργα τέχνης» της «Χρυσής Αγγελίας» φιγουράριζε εντός πλαισίου η εξής εξωφρενική καταχώριση: «Προσφέρονται 5.000 ευρώ για οιονδήποτε πίνακα του Νώντα Καραμπίνη. Πληροφορίες στο νομικό γραφείο “Νταλαβέρης και υιοί”». Ακολουθούσαν διεύθυνση και τηλεφωνικοί αριθμοί.
Η φαρσοκωμωδία επέστρεφε μπούμερανγκ στο δοξαπατρί των εμβρόντητων κεφαλών τους. Πολλώ δε μάλλον που στο φύλλο της Τρίτης 12 Δεκεμβρίου έκανε ρελάνς έτερος φιλότεχνος. «Δίδονται 10.000 € σε όποιον μας προμηθεύσει αυθεντικό έργο του εικαστικού Νώντα Καραμπίνη. Δικηγορική εταιρεία “Χασοδίκες και συνεργάτες”». Κάποιοι τους δούλευαν ψιλό γαζί. «Τι γίνεται εδώ χάμου, καρντάση; Ξύπνησαν τα ραδικοβλάσταρα και περιγελούν τον οπωροπώλη;» αναρωτιόταν ο Σαλονικιός στο ακουστικό. «Ποιος πούστης την ψυλλιάστηκε και πά’ να μας ανάψει πυρκαγιές στα μπατζάκια;» αποκρινόταν δι’ ερωτήσεως ο Κεφαλονίτης. Κρυφάκουγε η Αντιγόνη κι έχυσε το μερακλίδικο καφεδάκι απ’ τις υποψίες, που φούσκωσαν ξανά στο μυαλό της βουνά. Προτού προλάβουν να συνέλθουν, τρίτη απανωτή σφαλιάρα προσγειώθηκε με κρότο στον σβέρκο τους.
Προερχόταν αυτή τη φορά απ’ το εν Ελλάδι παράρτημα της Οστανδινής Λέσχης Φίλων του Αγγλοφλαμανδού ντανταϊστή Τζέιμς Ενσορ με έδρα τον εκθεσιακό χώρο της οδού Θόλου στην Πλάκα: «Εκπλήττει η καταπληκτική ομοιότητα Ενσορ και Καραμπίνη στην κατατομή του προσώπου τους και επίσης στα βιογραφικά τους δεδομένα» επεσήμαινε κείμενό τους σε τριμηνιαία επιθεώρηση των καλών τεχνών. «Θεωρώντας ότι ο πρώτος επέδρασε καταλυτικά στο έργο του δεύτερου αποφασίσαμε να εμπλουτίσουμε τη συλλογή μας με θέματά του, έχοντας προϋπολογίσει για τον συγκεκριμένο σκοπό περί τα 15.000 ευρώ».
Νταλαβέρης και Χασοδίκης επιδόθηκαν σε δυσερμήνευτο ανταγωνισμό, εκτοξεύοντας την τιμή στα πενήντα χιλιάρικα ίσαμε τα Χριστούγεννα. Του Αγίου Στεφάνου πλειοδοτούσε η Λέσχη με εξήντα. Τα Φώτα το ποσόν κυμαινόταν σε σκάρτα εκατό «καφετιά» και αυξανόταν με γεωμετρική πρόοδο. Τρελά νούμερα για εργογραφία ζώντος καλλιτέχνη και δη ανύπαρκτη. Πρώην καλός συνάδελφος του Καραμπίνη στην «Ελευθεροστομία» συμπλήρωνε την κομμένη του σύνταξη ως αρχισυντάκτης της «Χρυσής Αγγελίας», δίχως δείγμα συντάκτη υπό τις οδηγίες του. Η ύλη της γράφεται, βλέπεις, από τους ανώνυμους μουστερήδες.
Στα κιτάπια του οι καταχωρήσεις των Χασοδίκηδων εξοφλούνταν από το λογιστήριο της εταιρείας. Των Νταλαβέρηδων, όμως, είχαν φαρδιά-πλατιά την υπογραφή Ελπινίκη Βουγιουκλίδου του Ηρακλέους. Το κολυμπηθράτο δεν έλεγε στον Νώντα το παραμικρό. Το δε πατρώνυμο τσαλαβουτούσε στην κόπρο του Αυγείου, παρέα με τον μυθικό ήρωα που πάσχιζε να την καθαρίσει. Τρόχιζε τη μνήμη του, μολαταύτα, να βρει τι του θύμιζε το επώνυμο. Βουγιουκλίδου, Βουγιουκλίδου, Βουγιουκλίδου… (Συνεχίζεται)
