ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τις Κυριακές έτρωγε πάντα στην αδελφή του, εφτά χρόνια μικρότερη στην πραγματικότητα. Ασυνήθιστα συνοφρυωμένη τον υποδέχτηκε. Του σέρβιρε ουζάκι για απεριτίφ με μεζέ παλαμίδα Καλλονής –«λεσβιακό σούσι» του άρεσε να την αποκαλεί– και αποσύρθηκε στην κουζίνα. Μόλις κατέβασε το φαΐ η Αντιγόνη, κάθισε στην πολυθρόνα απέναντί του, προσθέτοντας πάγο στο γεμάτο ποτήρι της. Εδειχνε μπαρούτι έτοιμο να εκραγεί. «Εχεις κάτι;» της απηύθυνε τη λάθος ερώτηση την πιο ακατάλληλη ώρα. «Αν έχω, λέει! Τολμάς και ρωτάς; Τι σκατά αδελφός είσ’ εσύ, ρε» ξέσπασε. «Επιτρέπεται να μαθαίνουμε τα χαΐρια σου απ’ τις εφημερίδες;»

Επιχείρησε να την κατευνάσει, ψελλίζοντας πως πρόκειται για φάρσα του Φώντα. Εις μάτην. «Ασ’ τα ψόφια, ρε σαχλαμαράκια. Ακόμα κι η κουτσή Μαρία έχει κάδρα σου κι εγώ τίποτα. Δεν μου χαλάλισες ούτε μινιατούρα, μαλάκα». Ο συρμός εκτροχιαζόταν. Με τρυφερό ύφος πρεσβύτερου αδελφού έκανε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. «Ο μπαμπάς ήταν σπιτόγατος και δεν έπινε ούτε λικέρ, βρε χαζό, και τον έβγαλε σουλατσαδόρο μπεκροκανάτα, και καταθλιπτική τη μάνα, που έλαμπε διαρκώς στο πρόσωπό της το γλυκύτερο χαμόγελο του κόσμου. Πλάκα κάνει, ρε κορόιδο, κι εσύ τα πιστεύεις».

Σηκώθηκε απ’ τον καναπέ, στάθηκε πίσω της και της χάιδεψε απαλά το τσουλούφι. «Ζήσαμε ποτέ σε αρχοντικό με σοφίτες και υπόγεια στο κέντρο του Πειραιά; Προτού χτίσουμε το αυθαίρετο στα Καμίνια, μέναμε σε παραπήγματα στα Ταμπούρια και τη Δραπετσώνα. Ησουν μικρή, αλλά τα θυμάσαι, δεν μπορεί». Ηρέμησε κάπως εκείνη. Απολάμβαναν το ραγού της -μπουκιά και σχώριο- με εξαίσιο κοκκινέλι Μαντινείας. «Του σκάρωσα ανάλογη κασκαρίκα και παίρνει το αίμα του πίσω» συνέχιζε ο Νώντας. «Τι ζωγράφος και κουραφέξαλα, αφού, ξέρεις, δεν καταφέρνω να τραβήξω μια ίσια γραμμή». Καλμάρισε σιγά σιγά τ’ Αντιγονάκι, στο βάθος της ματιάς της, ωστόσο, τρεμόπαιζαν σπίθες αμφιβολίας.

Ο Καραμπέσης κι ο Καραμπίνης το καταδιασκέδαζαν. Το πνευματοπαίδι του ιδιοφυούς Βλάχου και το «βλαχαδερό» των Παρισίων ηδονίζονταν, περιγράφοντας ο ένας τ’ αλλουνού τα χουνέρια που προκαλούσε το πνευματώδες χωρατό τους σε δεκάδες ανυποψίαστα θύματα. Ο Φώντας ξέθαψε από τη Ρεμπέτικη Εγκυκλοπαίδεια ενσταντανέ με τον Τσιτσάνη να καμαρώνει, κρατώντας τον σπαραγμένο στο κλάμα γιο του γρεκοσπανιόλου ακορντεονίστα Φυσαρμόνιου Κονσερτίνα πάνω απ’ την κολυμπήθρα στον Αγιο Νικόλαο Αχαρνών, γειτονιά του διαβόητου Τζίμη του Χοντρού, κάπου στα μέσα του ’50.

Σκανάρισε την εικόνα, την πέρασε με καφέ τίντα στο φότοσοπ, να μοιάζει παλιακιά, και την εκτύπωσε σε ρετρό χαρτί. Οι άπιστοι Θωμάδες, που ζητούσαν ντοκουμέντα της πολυσυζητημένης του βάφτισης, τον έβρισκαν ολόφτυστο. «Ιδιος είσαι φιλαράκι, σαν να μη σ’ ακούμπησαν τα εξήντα χρόνια και βάλε από τότε» έλεγαν στα σοβαρά. Ο Νώντας πάλι αναφερόταν με έκδηλο σεβντά στον εξπρεσιονισμό, τον συμβολισμό και τον σουρεαλισμό, τόσο που οι συνομιλητές του σιγουρεύονταν βαριαναστενάζοντας πως τον χαντάκωσαν τα δόλια, οπισθόβουλα κυκλώματα. (Συνεχίζεται)