Εξακολουθούσε το γράμμα του αναγνώστη: «Αναφέρω την ιστορία, όπως μου τη μετέφερε γηραιός γείτονας αυτοκινητιστής, ψημένος στη νύχτα, αυτόπτης του περιστατικού. Αντρας δυο μέτρα ήταν ο Μπάτης [σ.σ. πατέρας του Καραμπέση], πεχλιβάνης, συναθλητής του Πρόδρομου, παρέα με τον οποίο εξοικονομούσαν το μεροκάματο στις αυτοσχέδιες παλαίστρες των πανηγυριών. Η αδυναμία του στην πενιά, εφάμιλλη της παλικαριάς του στους αγώνες. Τον έχανες στη “Βαρκούλα” του Νικάκη και τον έβρισκες αναπάντεχα στα “Κούτσουρα” του Δαλαμάγκα προπολεμικά και μονίμως επί Κατοχής στο “Ουζερί Τσιτσάνης”. Δυο μοβόρικα κουτσαβάκια, Σκύλας ο ένας και Στρίγκλας ο άλλος, παρεξηγήθηκαν το επίμαχο βράδυ με το πάλκο για ανεκτέλεστη παραγγελιά.
»Αναποδογύρισαν τα μπροστινά τραπέζια κι ο Σκύλας απειλούσε τον Βλάχο με το κουμπούρι προτεταμένο. Ο Τσιτσάνης δεν ήταν άνθρωπος του καβγά. Προτού προλάβουν να αντιδράσουν τα χειροδύναμα γκαρσόνια, ο γερο-Καραμπέσης –νεαρός τότε– στάθηκε αποφασιστικά μπρος στον πιστολέρο. “Πυροβόλα ρε, αν σου κοτάει, ειδαλλιώς θα σου χώσω το μαραφέτι στον κώλο” έκανε με θράσος. Βαριά σαν σίδερο, η κουβέντα. Σάστισε ο άλλος για κρίσιμα κλάσματα του δευτερολέπτου, υπεραρκετά να τον αφοπλίσει ο Μπάτης. Με σβουριχτές καρπαζιές έσυρε αμφότερους κατόπιν ώς την εξώπορτα, όπου οι μπράβοι ανέλαβαν να διευθετήσουν τα περαιτέρω».
Συντομεύω κομμάτι την αδολεσχία του επιστολογράφου. Μαέστρος και θαμών δέθηκαν μετά το συμβάν με αρραγή, αδελφική φιλία. Ο πρώτος προσφέρθηκε να βαφτίσει το βρέφος, που κουβαλούσε από καιρού εις καιρόν ο δεύτερος στα μαγαζιά, «για να μαθαίνει νωρίς τα πονηρά γούστα», καθώς καυχιόταν. Ο νουνός ήθελε να το βγάλει Βίκτορα, προς τιμήν της μάνας του, αλλά ο κουμπάρος ήταν ανένδοτος στο Ξενοφών· όνομα του αντάρτη θείου που χάλασαν οι τσέτες στα μικρασιατικά βουνά. Το μυστήριο κανονίστηκε στον ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου τον δύσκολο χειμώνα του ’42, η τέλεσή του, ωστόσο, προσέκρουε σε εμπόδιο τεχνικής φύσεως. Ο Τσιτσάνης δεν είχε να καλύψει το απαιτούμενο ποσόν. Η πιάτσα αποκαλούσε ακόμη ζητιανόξυλα τα μπουζούκια κι οι οργανοπαίκτες εξασφάλιζαν μετά βίας τα προς το ζην.
Ο από μηχανής θεός βρέθηκε στο πρόσωπο του Νικόλαου Μουσχουντή, φημισμένου μοίραρχου της Χωροφυλακής, που λίγους μήνες πρωτύτερα πάντρεψε τον Τσιτσάνη στην Αγία Σοφία και δέχτηκε πρόθυμα να συνδράμει με ουδόλως ευκαταφρόνητο μπαγιόκο. Δυστρόπησε μόλις τ’ άκουσε ο Μπάτης, αλλά η κουμπαριά με τον αρχιμπάτσο φάνηκε πολλαπλά χρήσιμη στο μέλλον, καθότι κομμουνιστής χώρια απ’ τ’ άλλα. Ο μικρός απέκτησε έτσι δυο δημοφιλείς αναδόχους. Παραλείπω τα ευτράπελα στο γλέντι της βάφτισης και παραθέτω αυτούσιο τον επίλογο της επιστολής: «Θαυματουργό αποδείχτηκε το λάδι με το οποίο μύρανε ο μεγάλος μας συνθέτης τον μικρό Ξενοφώντα. Με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος ο φιλιότσος χρίστηκε με τα χαρίσματα του νονού και αποτελεί ξεχωριστό προνόμιο για τους Θεσσαλονικείς να συμμετέχουμε σε ολονύκτιες μυσταγωγίες, συνεπαρμένοι από το εύρος και τη μελωδικότητα της φωνής του. Ευχαριστώ για τη φιλοξενία, Λέλος Βερβέλιας, 9/11/2017». (Συνεχίζεται)
