ΔΕΝ ΑΞΙΩΘΗΚΕ να προφτάσει το σημαινόμενο του επωνύμου του ο εύθραυστος ποιητής. Στα τριάντα τρία του χρόνια, τέτοιες μέρες του 1941, ταξίδεψε για τις επουράνιες πραιρίες. Είχε μόλις επιστρέψει από το αλβανικό μέτωπο, όπου πολέμησε με αυταπάρνηση στην πρώτη γραμμή ώσπου προσβλήθηκε από τύφο. Ο Γιώργος Σαραντάρης γεννήθηκε στην Πόλη. Σπούδασε στην Ιταλία στην οποία έζησε ώς το 1931. Βαθύς γνώστης των ευρωπαϊκών φιλοσοφικών, λογοτεχνικών και αισθητικών ρευμάτων, αφιερώθηκε στην ποίηση επηρεασμένος απ’ τον υπαρξισμό, τον Ντοστογέφσκι, τον Νίτσε και τον Κίρκεγκορ. Ιδού εύγλωττο δείγμα του έργου του:
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝ’ ΤΡΕΛΟΣ ΑΠΟ ΕΡΩΤΑ;/ Ας κάνει λάκκους την αυγή./ Να πάμε εκεί να πιούμε τη βροχή./ Μια που εμείς σε όποια/ στέγη αράξουμε, σε όποια/ αυλή, ο άνεμος χαλνάει/ τον ουρανό, τα δέντρα/ κι η στείρα γη/ μέσα σε μας βουλιάζει.
ΝΑ ΚΟΙΜΑΣΑΙ ΝΗΣΤΙΚΟΣ σε μια σοφίτα/ να είσαι ο τεμπέλης του σπιτιού/ να γίνεσαι σκουπίδι/ όταν ανοίγεται ένα λερωμένο στόμα/ θα σηκώσω το γιακά/ για να φύγω σαν ένας ληστής/ από το δικό μου σπίτι/ θα κοιμηθώ στους δρόμους/ για να νιώσω ολάκερη την πολιτεία/ να τουρτουρίζει μαζί μου/ στο παλτό μου έχω ένα λεκέ/ αλλά είναι καιρός που δεν τον βλέπω/ θα το ξαπλώσω χάμω/ και θα στρωθώ πάνω του/ να πιω λίγη βραδιά/ στη γωνιά του έρημου κήπου/ θα αιστανθώ τη σελήνη/ όπως δεν αιστάνθηκα τίποτε/ στη ζωή μου/ θα την αιστανθώ στα χείλη μου/ σαν ένα αχλάδι/ στα μάγουλα/ σαν άλλα μάγουλα.
ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΟΙΗΤΕΣ σημαίνει φεύγουμε/ σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα/ παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους/ τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου/ και στη σκόνη του καιρού/ σημαίνει πως φοβούμαστε/ και η ζωή μας έγινε ξένη/ ο θάνατος βραχνάς.
ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ υπάρχει χώρος/ να κοιμηθεί ο άνεμος/ μαζί του να ταξιδέψουμε κι εμείς/ μέσα στη μουσική εφύτεψαν ένα πάθος παράξενο/ άνθος η ζωή μας άνθος/ από στόμα περνά σε στόμα/ κόβονται τα γόνατά μας/ όταν ανεβαίνουμε στ’ άλογα/ τρέχουμε στη μάχη χωρίς κεφάλια/ δεν μας αφήνουν τα σύννεφα/ να σηκώσουμε κάτι από τη γη/ να φέρουμε μια ενθύμηση μαζί μας./ Κάπου ο κίνδυνος είναι μεγάλος/ όμως αυθόρμητα τραβάμε ίσια/ προχωρούμε όχι πια μέσα στη μουσική/ αλλά μέσα στο θάνατο./ Κι ο δρόμος μας δεν έχει τέλος.
ΚΙ ΑΚΟΜΑ Η ΜΟΥΣΙΚΗ μάς απαγγέλνει/ έρωτες άσπρους μέσα στη σελήνη/ ενώ κοιτάζουν άσχημα οι ζητιάνοι/ και ο κήπος προς την άνοιξη πηγαίνει/ ο κήπος προς την άνοιξη πηγαίνει/ οι έρωτες ασπρίζουν τη σελήνη/ έμελλε η χορδή να σπάσει του χειμώνα/ και μια φωνή ξανθή να δραπετεύση/ όταν η τύχη έφυγε γινήκαμε παιδιά/ τα ρόδα μάς εφάγανε τα χείλη/ τα περιστέρια σκέπασαν τη νύχτα/ κι οι ώρες δεν μπόρεσαν να πέσουν στο σκοτάδι.
