Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σηκώθηκα περασμένες έντεκα και μ’ έκοβε λόρδα. Εβαλα να ζεστάνω τις αγκινάρες, δυο λουκάνικα στο γκριλ κι ετοίμασα σαλάτα με τα λιμά του ψυγείου. Στο μπαλκόνι κρύωναν μπίρες. Στο διάγλυφο κουτί ασφυκτιούσαν το «Μανάλι» κι η «Κολομβιάνα». Τα διασταύρωσα σε αφειδώλευτο συνδυασμό, τον οποίο γεύτηκα λαίμαργα πριν και μετά το φαΐ. Οι ουρανοξύστες λούζονταν στην παλίρροια, σχηματίζοντας φωτεινούς πίδακες στις υδάτινες ρυτίδες, όπου κωπηλατούσε η ξαστεριά. Η κίνηση στον πεζόδρομο είχε συρρικνωθεί.

Παρ’ ότι η μαστούρα μού ’ριχνε ηγεμονικές φλασιές κατακούτελα, κεφάρισα γύρω στα μεσάνυχτα δίφυλλο «καπάκι», όχι να τη σκεπάσω, αλλά για να εκτιναχθεί στα επουράνια. Εισπνέοντας τις πρώτες τζούρες, παρατήρησα ασυνήθιστη κίνηση στην απέναντι όχθη. Στον εξώστη της ακτής συνέρρεαν τουρίστες με ψαθάκια και τζόκεϊ, ευυπόληπτοι αστοί με κλακ και ρεπούμπλικες, υπάλληλοι και χειρώνακτες με παγιασόν και μπερέδες. Τις κεφαλές των συνοδών τους ποίκιλλαν πολύχρωμα όσο και κομψά τρίμπλι, φλόπι και τουίστεντ.

Ομως, να! Μετ’ ου πολύ άρχισαν να καταφθάνουν φιγούρες περασμένων εποχών. Λιμενεργάτες με τραγιάσκες και κούκους, σουφραζέτες με καστόρινες καπελαδούρες, Λασκαρινοί απ’ τη Γουινέα με κανοτιέ. Κινέζοι Χαν με φρύγιους πίλους, Νέγροι Νομιμόφρονες με τρικαντό, Ινδοί από την Ντάκα, την Καλκούτα, το Μαδράς ή τη Λαχόρη στολισμένοι με σαρίκια και τουρμπάνια. Φλαμανδοί βυρσοδέψες με μιραμπό, Ιρλανδοί υφαντουργοί με μάλλινους σκούφους, Ασκεναζίτες Εβραίοι με παπάζια και φέσια, εξόριστοι Ουγενότοι με πυραμιδόσχημα πηλήκια. Νορμανδοί, Σάξονες και Κέλτες με τρομακτικά κράνη, Ρωμαίοι λεγεωνάριοι με χάλκινες περικεφαλαίες. Θαρρείς πως συναθροίζονταν στίφη μετοίκων από καταβολής Λονδίνου να παρακολουθήσουν προσηλωμένα κατανυκτική και περίλαμπρη, μεγαλοπρεπή και υποβλητική τελετή.

Στην παρόχθια κερκίδα επικρατούσε το αδιαχώτητο, συνωστισμός οιονεί διεγερτικός, όταν εμφανίστηκε αίφνης απ’ το πουθενά τρικάταρτη φρεγάτα, σαν λαγγεμένο αερικό και τελώνιο, επιβραδύνοντας την πλεύση με τα στράλια να φεγγοβολούν στην αφέγγαρη βραδιά. Ναύτες με γάντζους και δερμάτινα επικαλύμματα στους οφθαλμούς μαϊνάριζαν τα πανιά, ώσπου ξαμόλησαν τετράχηλη άγκυρα που προσέκρουσε με πάταγο στα σκοτεινά νερά. Μόλις ακινητοποιήθηκε το σκάφος, η πλωριά γοργόνα παράτησε τη βάρδια της κάτω απ’ τη σακολέβα και, πεταρίζοντας ανάμεσα τους ιστούς, μοίραζε προσταγές στο πρόθυμο τσούρμο.

Οι φολίδες της ουράς της άστραφταν μπρος στα έκπληκτα μάτια μου, καθώς μετατοπιζόταν ακατάπαυστα από τον πρόβολο στα τουρκέτα. Αλλόκοτο φως απλώθηκε γύρω. Πηγή του ήταν η ίδια η κόρη, της οποίας διακρινόταν μόνο το περίγραμμα. Εκτυφλωτική λάμψη μού προξενούσε σκοτοδίνη, όποτε μαχόμουν να ξεχωρίσω τα χαρακτηριστικά της. Το πλήθος αντίκρυ μουρμούριζε θαμπωμένο, αδυνατώντας να αντισταθεί επιπροσθέτως στην ορφική μουσική που διαχεόταν παντού. Υπό τις αγγελικά μελωδικές οδηγίες της οι ακαταπόνητοι ναυτίλοι τιγκάριζαν τα αμπάρια με βαγένια, κιούπια και πιθάρια ξέχειλα από εδώδιμα, ποτά και πολύτιμα μέταλλα.

Θεώρησα εαυτόν αιχμάλωτο της δρόγης. Πολλώ δε μάλλον αφού διέσχιζαν πού και πού το σοκάκι, κάτω απ’ τη βεράντα μου, παγερά αδιάφοροι νεαροί, ασκούμενοι στο τρέξιμο και την ποδηλασία, αφεντικά με σκύλους και οδοιπορούντες που φλυαρούσαν στο κινητό. Κανείς δεν έδινε την παραμικρή σημασία στην απόκοσμη παράσταση που εκτυλισσόταν στον Τάμεση. Εμοιαζε εντελώς αθέατη και απ’ τον γείτονα, ο οποίος κάπνιζε αρειμανίως στο ορθάνοιχτο παραθύρι του, χαζολογώντας με απάθεια προς τον ποταμό. Τελούσα, λοιπόν, σε τέλεια χαύνωση. Τα ματζούνια της Λίζας με ταξίδευαν σε περίτεχνους τεχνητούς παραδείσους, καθιστώντας με μοναδικό μάρτυρα μαυλιστικών οραμάτων που αξιώνονται όσοι περιέρχονται σε κατάσταση απόλυτης νιρβάνας. (Συνεχίζεται)