Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν αμφέβαλα για το μενού. Σταθερή στα χούγια της η Λίζα, δεν έβαζε στο στόμα κρέας και γαλακτοκομικά ούτε για μυρωδιά. Καταβρόχθιζε με βουλιμία μόνο ό,τι κολυμπάει, άφθονα φρούτα και λαχανικά. Αυθεντική «βίγκαν» δηλαδή. Στις αρχές του Ογδόντα, οπότε το οικολογικό κίνημα βρισκόταν εν σπαργάνοις και οι χορτοφάγοι λογίζονταν Αρειανοί, οι διατροφικές της εμμονές εκλαμβάνονταν ως εξτρεμιστική ιδιοτροπία, υποχονδρία νοσηρής μορφής. Προϊόντος του χρόνου αποδείχτηκε πρωτοπόρος. Απέφευγε προσέτι τις πολλές σάλτσες, πολτούς, πίτες, σπεσιαλιτέ με μπαχαρικά, όπως και τα γλυκά. -«Εχω δοκιμάζει τα πάντα» ισχυριζόταν. «Απορρίπτω απλώς όσα δεν μ’ αρέσουν. Προτιμώ τις καθαρές γεύσεις». Στην Ανάφη ντερλίκωνε τόσο ψάρι που όλοι, εκτός από μένα, απορούσαν πώς και δεν νιαουρίζει.

Τρώγαμε με μικρές μπουκιές, γιαβάσικα και ξανθαίναμε αγναντεύοντας ο ένας τον άλλο μέσα απ’ τα κολονάτα ποτήρια. Εκανε την υπέρβαση να πιει δυο γουλιές ίσα ίσα, λόγω της ημέρας. Εξω απ’ την τζαμαρία οι ουρανοξύστες άλλαζαν σχήμα και χρώμα, καθώς ερωτοτροπούσαν ασυστόλως με τα σύννεφα στα σκοτεινά νερά του ποταμού. -«Βγαίνεις που βγαίνεις για τσιγάρο στο μπαλκόνι…» είπε στην τρίτη μου έξοδο και με εφοδίασε με ξυλοσκάλιστο κουτί που περιείχε ανθό κολομβιανής μαριχουάνας και πλαστελινάτο χασίς από το Μανάλι των Ινδιών. -«Τα ξέχασε κάποια γενναιόδωρη φίλη» εξήγησε. Μαστούριαζα σπανίως εσχάτως, μολαταύτα τα τίμησα δεόντως αμφότερα, συνεπαρμένος απ’ την περίσταση.

Στο επιδόρπιο –αγοραστή πουτίγκα αποκλειστικά για πάρτη μου– ξεφούρνισε το παραμύθι. -«Είχα κανονίσει άδεια όλη την εβδομάδα, αλλά κάτι λαμόγια Ιρλανδοί συνεργάτες πιάστηκαν στα πράσα να επιδίδονται σε καραμπινάτες ατασθαλίες και πρέπει να πεταχτώ επειγόντως στο Δουβλίνο» κόμπιασε με απολογητικό ύφος. «Μη στενοχωριέσαι, όμως, θα τους ξεπετάξω το γρηγορότερο. Ως την Τετάρτη το πολύ θα ’μαι πίσω και μας περιμένει ένα φευγάτο πενθήμερο». Τα πήρα χοντρά στο κρανίο, αν και δεν είχα δίκιο να δυσανασχετώ. Ουδέποτε ζήσαμε συζυγικά, κατά τα μικροαστικά ειωθότα, τα σύντομα διαστήματα που πορευτήκαμε μαζί. Διατηρούσαμε, ιδίως εκείνη, αξιοζήλευτη αυτονομία.

Χανόταν επί ώρες στο νησί. «Είναι θαυμάσιος ο βυθός» μονολογούσε επιστρέφοντας στο Σπήλιο της Γλαόπης και καμάρωνε τα φύλλα βρύων, τους κλώνους κοραλλιών και τα στελέχη κοχυλιών που μάζευε. Απορροφημένος στο διάβασμα, τα ’βρισκα όντως εξωτικά. Εξαφανίστηκε τελείως ένα φεγγάρι. Δικαιολογήθηκε ότι περπάτησε ίσαμε το Μοναστήρι, εντυπωσιάστηκε απ’ το τοπίο και διανυκτέρευσε εκεί. Προσπερνούσε βιαστικά την επαύριο, σαν να ’θελε κάτι να κρύψει, τις ερωτήσεις παρέας Αυστριακών κατασκηνωτών που δεν την αντάμωσαν παρά ταύτα. Τα παιδιά απ’ το Ζάλτσμπουργκ προσπαθούσαν εις μάτην να λύσουν το μυστήριο. Τότε δεν παραξενευόμουν. Η εν γένει αινιγματική συμπεριφορά της υπερμεγέθυνε τη σαγήνη που μου ασκούσε. Ο έρωτας τρέφεται με γρίφους. Τώρα, όμως, εκνευριζόμουν με τις μεταστροφές της. Διαισθανόμουν ότι η έκτακτη αναχώρησή της δεν είναι τυχαία. Να με κουβαλήσει στον ξένο τόπο για να με παρατήσει σύξυλο! Δεν το χωρούσε ο νους μου. (Συνεχίζεται)