Ο σιδηρόδρομος διέτρεχε τις εύχλοες πραιρίες της Βρετανίας, όμως εγώ ταξίδευα σταθερά τριάντα τόσα χρόνια πίσω στο παρελθόν με το πορτοκαλί φεριμπότ που αυλάκωνε τα κύματα του Σαρωνικού, στα οποία σπέρναμε απ’ την κουπαστή τη διακαή επιθυμία για μέρες αδιάκοπης ξεγνοιασιάς, όπου το Εγώ τρέπεται εις άτακτον φυγήν, σαστισμένο από την επέλαση του Εμείς. Μονοκοτυλήδονα και ψυχανθή βλάσταιναν διαμιάς στα πελάγη κι η πλησίφαη σελήνη τα μουντζούρωνε, αμυδρά πλην ανεξίτηλα, με την αργυρή της στίλβη.
Χρυσή και άγια η πάλη για την κατάλυση του καπιταλισμού και του κράτους, δεν βλάπτει ωστόσο να προβάλουμε πού και πού στην οθόνη της καθημερινότητας σκηνές από τα προσεχώς της ουτοπίας. Τα φώτα του Φαλήρου, του Αλίμου και της Γλυφάδας μάς ξεπροβόδιζαν στραφταλίζοντας. Το κατάστρωμα με την ξύλινη επένδυση προσφερόταν για ρομαντικές ενατενίσεις, αλλά οι υφάλμυρες ριπές του αέρα μάς παρέσυραν άρον άρον στο εστιατόριο, όπου περιδρομιάσαμε μακαρονάδες με κιμά, δοκιμάζοντας να τις χωνέψουμε με την αρωγή ξανθής μπίρας.
Απλώσαμε κατόπιν τους υπνόσακους σε καναπέδες της δεύτερης θέσης και αφεθήκαμε στη μεθυσμένη θαλπωρή του Μορφέα. Ακουμπισμένος στα ρέλια από τα πρώτα χαράματα, ψαχούλευα τα σεντούκια με τα εφτασφράγιστα μυστικά στους βενετσιάνικους πύργους των λιμανιών. Σχεδόν αδειανό από τη Σαντορίνη κι έπειτα, το βαπόρι προσέγγισε τις ακτές της Ανάφης κατά τις δώδεκα. Αντικρίζαμε πρώτη φορά το νησί και ανιχνεύαμε το άνυδρο τοπίο, όπως μυρίζεται κανείς ξένο ρούχο προτού το φορέσει κατάσαρκα ή δανεικό βιβλίο την ώρα του αρχικού ξεφυλλίσματος.
Σε λίγο φάνηκε ο όρμος του Αη Νικόλα. Η φουρτούνα εμπόδισε τον καπετάνιο να δέσει. Υστερα από δύο ατελέσφορες προσπάθειες, έβαλε ρότα για το επόμενο επίνειο. Διασκέδασα την κακοτυχία μας κουρδίζοντας τη Σόνια. «Σου ’φεξε πάλι. Είχαμε-δεν είχαμε θα κατεβούμε στην Αστυπάλαια τελικά» είπα δήθεν θιγμένος. «Δεν πας καλά. Ανάφη και ξερό ψωμί. Μας παιδεύει με το καλημέρα, πράγμα που σημαίνει πως θα μας μείνει αξέχαστη» με αποστόμωσε. Δεν σήκωνε κουβέντα. Θα αποβιβαζόμασταν λοιπόν στο νησί κατά την επιστροφή. Ποιος ξέρει σε πόσες ώρες.
Τα μεγάφωνα κάλεσαν τους επιβάτες για Ανάφη να προσέλθουν στον χώρο υποδοχής. Συναθροιστήκαμε εφτά «νομά» όλοι κι όλοι. Ασπροντυμένος ο δεύτερος ζήτησε συγγνώμη εκ μέρους του πρώτου κι ένας τρίτος μάς ξενάγησε στις τέσσερις δίκλινες καμπίνες που διέθετε δωρεάν η εταιρεία μαζί με φαγητό μεσημέρι-βράδυ, ως ελάχιστη ανταπόδοση για τη δοκιμασία την οποία υφιστάμεθα με δική της ευθύνη. Ακολούθησε χλιδάτη και γονιμότατη κρουαζιέρα στην άγονη γραμμή του Ανατολικού Αιγαίου με όλα τα έξοδα πληρωμένα. (Συνεχίζεται)
