Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παγανιστική πρωτεύουσα η Αθήνα· γεμάτη μαγγανείες και μαγικά ενσταντανέ. Κι ας λάτρευε άλλοτε την Αθηνά κι αργότερα την Παναγία, που ξεπατικώνει τα χούγια της. Την πάω με χίλια. Οχι τόσο γιατί γεννήθηκα, γαλουχήθηκα και γερνάω εδώ. Σαν μοιραία γκόμενα εξακολουθεί να με ξαφνιάζει, ταράζοντας διαρκώς τα ήρεμα νερά σχέσης ζωής ώστε να μη λιμνάζει. Ξημέρωμα Παρασκευής. Τα βήματα του καυτού Ιουλίου, που ανεβαίνει φουριόζος, τρίζουν ήδη στα σκαλοπάτια. Βγαίνω απ’ το «Blue Note», στη Χαριλάου Τρικούπη ψηλά. Περιμένοντας τον Μήτσο, χαζεύω το στενό μπαρ.

Αραιά καθισμένοι πέντ’-έξι θεριακλήδες θαμώνες θωπεύουν τον πάγκο. Ο λιλιπούτειος χώρος σφυρηλατεί τις εμπύρετες θερμοκρασίες της συνεύρεσης. Το αληθινά μεγάλο κρύβεται συχνά στο μικρό. Πόσες παρόμοιες τρύπες, άραγε, διαπερνούν το συμπαγές κέλυφος της πολύφερνης πόλης, ζεσταίνοντας με άπλετο φως τις συναναστροφές και τις συνάφειες; Πού αλλού συμβαίνουν τέτοια θαύματα τόσο προχωρημένη ώρα; Επιβιβάζεται στ’ αμάξι ο φίλος, να τον πετάξω στο σπίτι παρακάτω. Μου ζητάει ευγενικά να σταματήσω στην Αλεξάνδρας. «Θέλω να ψωνίσω βουτήματα» ψελλίζει συνεσταλμένα.

Γελώ μεταξύ μύστακος και οδόντων. Εχει πιει τη νύχτα με το βαρέλι και μολαταύτα στις τέσσερις το πρωί λιμπίζεται κουλουράκια γάλακτος και πραλίνες πτι φουρ. Ανάβω τα αλάρμ και παρκάρω στην πρώτη εσοχή. Ο Δημήτρης κατευθύνεται στον εφημερεύοντα φούρνο απέναντι. Στηριγμένος στη μισάνοιχτη πόρτα στρίβω τσιγάρο, παρατηρώντας γήλοφους σκουπιδιών να υψώνονται στο πεζοδρόμιο· ευτυχώς αρκετά μακριά. Εντρυφώ νηφάλιος στη σύγχρονη αστική τοπιογραφία. Διακρίνω ευυπόληπτους πολίτες να προσθέτουν την πλαστική τους σακούλα στην τούρλα.

Ωσπου να γίνει βουνό. Αμέσως μόλις απομακρύνονται, διαμαρτύρονται οπωσούν αγανακτισμένοι: «Ουαγκαντουγκού καταντήσαμε, Μπουρκίνα Φάσο» κραυγάζουν – Ανω Βόλτα τη λέγαμε κάποτε, προτού στροβιλιστούμε ανυπεράσπιστοι στην κάτω βόλτα. Ταχιά ταχιά ξυπνά ο Πολλάκις να πιάσει δουλειά στα μέσα και στα έξω της κοινωνικής δικτύωσης. Να σου τον, λοιπόν, να πετά στον σωρό δυσώδεις ρίμες της συμφοράς.

Τύφλα να ’χουν ο Βάρναλης και ο Καββαδίας. Τι μέτρο –άμετρο–, οποία ομοιοκαταληξία –αποπληξία– και πόση ευφυΐα –τριχοφυΐα–. Θαυμάστε ευαισθησία: «Ελλάς Ελλήνων Δικαστών/ απαλλαγμένη των Λιστών/ για προστασία των Ληστών/ Σύνταγμα λάστιχο λοιπόν/ για χάρη των καναλαρχών…/ Αν σε λένε Ηριάννα τρως μια δεκαπενταετία/ στην πιο καλή σου ηλικία/ αν είσαι λήσταρχος φοροφυγάς/ την πενταετία την πηδάς/ και μετά θα τα γλεντάς./ Αυτή δεν είναι Δικαιοσύνη και μάλιστα τυφλή/ είναι η προστασία του κάθε “νταβατζή”».

Από κοντά και το παπαδαριό εκπονεί αριστερά εκπαιδευτικά προγράμματα, ρίπτοντας στην πυρά τον Νιόνιο και τον Νικόλα· τα άγια τοις κυσί και τους μαργαρίτας τοις χοίροις. Ο Μητσάκος εμφανίζεται την κατάλληλη στιγμή. Εκτός από τα αρτοπαρασκευάσματά του, κρατά δυο παγωτίνια τυλιγμένα σε χαρτοπετσέτα· δώρο ανεκτίμητο. Αιφνιδιάζομαι. «Είναι ό,τι πρέπει Μετέωρε» μου προτείνει το ένα. Πυραυλάκι με λαχταριστή επικάλυψη σοκολάτας στην κορυφή. Το γεύομαι αρχικά με τα μάτια. Επειτα το γλείφω αργά, σχεδόν τελετουργικά, σαν παιδί. Το έλασσον εκτοξεύεται στη σφαίρα του μείζονος, το ασήμαντο γίνεται σημαίνον και τεράστιο το μηδαμινό. Το άρωμα των γιασεμιών απ’ τα μπαλκόνια καταλαγιάζει την αποφορά των κάδων. Η νυχτερινή Αθήνα θριαμβεύει.