Βλέπει το φως πρώτη φορά στο Αικατερινοντάρ, μετέπειτα Κρασνοντάρ, του Καυκάσου, μια ντουφεκιά δρόμο απ’ τη Μαύρη Θάλασσα, σαν σήμερα στα 1911. Θεατράρχης ήταν ο πατέρας του Λάζαρος και η μάνα του Αγαθή κόρη εύπορων Ρώσων κτηματιών. Μετά το ’17 αναγκάζονται να μετακομίσουν στο Νοβοροσίσκ προτού καταφύγουν στην Αθήνα. Περνούν από καραντίνα στον Αγιο Γεώργιο Κερατσινίου, όπου πεθαίνει ο μικρότερος γιος της οικογένειας. Εγκαθίστανται αρχικά στη Δραπετσώνα και έπειτα στην Παλιά Κοκκινιά.
Ανοίγει χοροδιδασκαλείο ο Λάζαρος, το οποίο τους εξασφαλίζει ικανοποιητικό εισόδημα. Ο Βλαδίμηρος Σεμερτζίδης, διότι όντως περί του Βάλια πρόκειται, εγγράφεται το 1928 στην Καλών Τεχνών της Αθήνας και παρακολουθεί το εργαστήριο του Παρθένη, μαζί με τον Τσαρούχη κ.ά. Παραδίδει μαθήματα, παράλληλα, στη σχολή του πατέρα του και καταπιάνεται με φωτογραφικές μεγεθύνσεις, διαφημίσεις, κινηματογραφικές αφίσες και εικονογραφήσεις περιοδικών.
Λοξοκοιτάζει νωρίς προς την Αριστερά και εντάσσεται στην «Ενωση Ελεύθεροι Καλλιτέχναι». Πριν από τον Πόλεμο παίρνει μέρος σε δεκάδες ομαδικές εκθέσεις και στήνει αρκετές ατομικές. Στην Κατοχή οργανώνεται στο ΕΑΜ. Επιθυμεί διακαώς να ανεβεί στο Βουνό, να ζήσει εκ του σύνεγγυς την εποποιία της Εθνικής Αντίστασης. Το κατορθώνει στις αρχές του ’44.
Ιδιόρρυθμη συντροφιά συναθροίζει με τους λογοτέχνες Νίκο Καρβούνη και Δημήτρη Χατζή, τον Βασίλη Ρώτα, τον επίσης ζωγράφο Δημήτρη Γιολδάση, τον φωτογράφο Σπύρο Μελετζή κ.ά. Δίνουν άλλη διάσταση στο Αντάρτικο με συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις, τοιχογραφίες και αφίσες, που εμψυχώνουν τους μαχητές και τους κατοίκους των χωριών. Σκαρώνει τα σκαριφήματα όλων των ομιλητών στο Εθνικό Συμβούλιο της ΠΕΕΑ στους Κορυσχάδες με ονόματα και ημερομηνίες, αφήνοντας ένα μοναδικό ιστορικό ντοκουμέντο.
Απαθανατίζει μορφές του αγώνα και αντλεί υλικό για το κατοπινό σημαντικό έργο του. Ανηφόρισε στη Ρούμελη γοητευμένος απ’ την εικόνα του ήρωα που πολεμά τον κατακτητή, γρήγορα όμως εστιάζει στις βαθύτερες κατακτήσεις του πληθυσμού. «Τα λαϊκά δικαστήρια και οι συνελεύσεις ήτανε πράγματα που με συνεπήραν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ένας αντάρτης μπροστά μου», λέει.
Συνθέσεις του μεγάλων διαστάσεων με θέματα του Βουνού ταξιδεύουν αργότερα στο Λονδίνο, το Παρίσι, τη Ρώμη, την Αλεξάνδρεια, τη Μόσχα και αλλού. Εντός των τειχών ιδρύει την ομάδα «Στάθμη», παρέα με τον Τάσσο, τη Βάσω Κατράκη και τον Γιώργο Σικελιώτη. Από το 1963 ζει και εργάζεται στη Ρόδο. Αναχωρεί για τις επουράνιες κορυφογραμμές την 1η Φεβρουαρίου 1983, έχοντας αφήσει ανεξίτηλο στίγμα στην πατίνα της τέχνης και της Ιστορίας.
