Ο σημερινός τίτλος είναι αχταρμάς από τη χθεσινή πρώτη σελίδα της «Εφ.Συν.»: «Φωτιά στα καύσιμα, πάγος στην αγορά» και από το αρχαίο γνωμικό, που το έχουμε μηρυκάσει και αναμηρυκάσει, αυτούσιο ή σε παραλλαγές, σχεδόν οι πάντες, με… τεράστιο «φιλολογικό» ζήτημα την περίπου συνεκφορά των δύο «μπ», αλλά και το πρόσωπο της αντωνυμίας, αν είναι πρώτο: ημείς ή δεύτερο: υμείς:
«Των οικιών υμών/ημών εμπι(μ)πραμένων ημείς/αυτοί άδομεν/άδετε». Μπέρδεμα. Κάπως το έλυσε η πολλή -υπερβολική θα έλεγα- χρήση: Των οικιών ημών εμπι(μ)πραμένων, ημείς άδομεν: Καίγονται τα σπίτια μας, κι εμεί το ρίξαμε στο τραγούδι.
Πιθανότερος… συνθέτης, ο Αίσωπος∙ όπως τουλάχιστον διασώθηκε: Αγροτόπουλο έψηνε στη θράκα σαλιγκάρια. Κόχλαζε το ζουμί τους στο κέλυφος. Αγαθιάρικα, είπε το αγροτόπουλο, καίγονται τα σπίτια σας κι εσείς τραγουδάτε; «Γεωργοῦ παῖς κοχλίας ὤπτει. ἀκούσας δὲ αὐτῶν τριζόντων ἔφη· “ὦ κάκιστα ζῷα, τῶν οἰκιῶν ὑμῶν ἐμπιπραμένων αὐτοὶ ᾄδετε;”». Ο μύθος δηλοί, πως όταν ψήνονται χοχλιοί στη χόβολη, εκείνος που, κανονικά, τραγουδάει είναι ο ψήστης με την παρέα του.
Ξεστρατίσαμε κάπως από το θέμα, που είναι οι νέες τιμές των καυσίμων θέρμανσης/κίνησης. Που διεθνώς, λέει, «σκαρφαλώνουν», αλλά εντοπίως (έχουμε και τις ιδιορρυθμίες μας ως χώρα!) ίπτανται, ενώ το «πολικό ψύχος» επιμένει. Είμαστε, λέει, οι ακριβότεροι πανευρωπαϊκά στη βενζίνη, μετά τους Ολλανδούς∙ που αυτοί τουλάχιστον δικαιολογούνται, διότι ο Ολλανδός ήταν, ούτως ή άλλως… Ιπτάμενος.
Ο οποίος Ιπτάμενος Ολλανδός, προτού τον κάνει όπερα ο Βάγκνερ, ήταν μυθικό πλοίο-φάντασμα της εποχής των ανακαλύψεων. Στις περισσότερες εκδοχές, το πλήρωμα πέθανε εν πλω, ανοιχτά (εδώ να δεις συμβολισμούς…) του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδος. Οπότε καταδικάστηκε να μην πιάσει λιμάνι μέχρι Δευτέρα Παρουσία! Εκτοτε, προσεγγίζει σκάφη παραπλέοντα την περιοχή και οι ψυχές του πληρώματος προσπαθούν να μάθουν νέα για τους δικούς τους! Στα καθ’ ημάς/υμάς: Χαιρέτα μου τον πλάτανο…
