«Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι», γράφει ο Ελύτης στην «Ελένη» του και μελοποιεί ο Χατζιδάκις στον «Μεγάλο ερωτικό» του. Τα θυμήθηκα και τα δυο, την Τετάρτη, επιστρέφοντας από τον πρωινό περίπατο.
Δεν έβρεχε πολύ. Ομως ψιχάλιζε. Σχεδόν σε όλη τη διαδρομή ψιχάλιζε. Ψιχάλιζε, και το βουνό, ο Υμηττός, ευώδιαζε βροχή. Ευωδιά, που τέτοια νιώθεις μόνο στα πρωτοβρόχια.
Την αναδίνει, θαρρείς, η ζεσταμένη από το καλοκαίρι γης που, ακόμα κι αν δεν το βλέπεις, αχνίζει.
Αχνίζει, ευωδιάζει και σε συνεπαίρνει. Λες: Ας βρέχει όσο θέλει, μπορεί με τη βροχή να ξαναβλαστήσω πλάι σ’ αυτούς που αγάπησα και χάθηκαν φθινόπωρο.
Βαστούσα, καλού-κακού, ομπρέλα. Δεν χρειάστηκε. Αισθήσεις που είναι, συχνά, υποκειμενικές: Βρέχει, αλλά δεν το καταλαβαίνεις∙ δεν σε νοιάζει ή σ’ αρέσει που βρέχει, γι’ αυτό δεν το καταλαβαίνεις. «Θα βρέχει, λέει, ώς την Παρασκευή.
Από το Σάββατο ο καιρός θ’ αρχίσει να φτιάχνει. Ετσι είπαν στην τηλεόραση…», άκουγα στο δρόμο.
Σχετικό κι αυτό: Πότε ο καιρός «φτιάχνει» και πότε «χαλάει»; Και τι σημαίνει, φέρ’ ειπείν, «φτιάχνει», όταν σηκώνεται αέρας τον Ιούλιο και τι, «χαλάει», όταν βρέχει τον Σεπτέμβριο; Πατέρας φίλου, από επαρχία, έλεγε για τις αλλαξοκαιριές, όσο έντονες και αν ήταν: «Ο καιρός είναι μια χαρά. Εμείς δεν είμαστε έτοιμοι!».
Βαστούσα σπαστή ομπρέλα διπλωμένη στο ένα χέρι, με το άλλο, με ένα πετσετάκι, σκούπιζα τον ιδρώτα μου. Και ψιχάλιζε. Στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής ψιχάλιζε.
Tο φανελάκι μούσκευε, από βροχή και ιδρώτα. O Υμηττός ευώδιαζε. H θάλασσα κάτω, ο Σαρωνικός, ούτε που φαινόταν, σκεπασμένη κι αυτή από βροχή και συννεφιά. Ενα γκρι του Σεπτέμβρη, ένα γκρι της άνοιξης του φθινόπωρου όλα ένα γύρο…
ΥΓ. Στην επιστροφή, λυπήθηκα αφάνταστα, όταν είδα τις απώλειες, σε ζωές και περιουσίες, από τις δυνατές πλημμύρες!
