Τρομάρα να μας έρθει, που έλεγαν και οι παλαιοί.
Από το Σάββατο και στο άψε-σβήσε, όπως λέμε «με συνοπτικές διαδικασίες» (προσωπικά δεν θυμάμαι, για την περίπτωση, ταχύτερες), κεντρικό σημείο της συμπρωτεύουσας κοσμεί άγαλμα της δεύτερης, μετά την Αμαλία, βασίλισσας της Ελλάδας, Ολγας Κονσταντίνοβνα-Γλύξμπουργκ, που μας το έστειλε «πεσκέσι» η νεόκοπη Πανρωσική Στρατιωτική Ενωση (ιδρύθηκε το 2013) με δαπάνες κατασκευής του «Φιλανθρωπικού Ιδρύματος Ιβάν Σαββίδη» (πρόεδρος του ΠΑΟΚ και παραλίγο –ό,τι μπορεί να σημαίνει το «παραλίγο»– καναλάρχης των «τεσσάρων»).
Αυτά, στο πλαίσιο των εορτασμών του έτους ελληνορωσικής φιλίας 2016. Μάνι μάνι και στο πιτς φιτίλι: στις 5 Αυγούστου έγινε η πρόταση, στις 3 Σεπτεμβρίου (επέτειο του πρώτου ελληνικού συντάγματος και της συνταγματικής επανάστασης), η τοποθέτηση∙ ούτε τούρτα γενεθλίων να ήταν.
Καμιά φορά οι συμπτώσεις είναι άνω ποταμών∙ όπως άνω ποταμών είναι συχνά και οι λαμβάνοντες παρόμοιες αποφάσεις∙ εν προκειμένω, η δημοτική πλειοψηφία και ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης. Ακριβώς την προηγουμένη του μνημόσυνου του αγωνιστή εναντίον της δικτατορίας των συνταγματαρχών Γιάννη Χαλκίδη, που τον δολοφόνησε ο ασφαλίτης Αντώνης Λεπενιώτης, στις 5 Σεπτεμβρίου 1967, στη Θεσσαλονίκη. Καμιά φορά οι συμπτώσεις σε κάνουν και ανατριχιάζεις!
Αλλά και τι να πει κανείς για αυτά καθαυτά τα αγάλματα, διακοσμητικά στοιχεία/μνημεία του δημόσιου χώρου, που δείχνουν ποια χρήση γίνεται του δημόσιου χώρου και ποια «αισθητική» την υπαγορεύει. Μελετάω τα γλυπτά της Αθήνας, γράφω και μιλάω γι’ αυτά, από το 1994.
Είναι απίστευτες οι περιπέτειες, τα πάθη και οι σκοπιμότητες που τα κατατρύχουν. Ασύλληπτες οι «πλεκτάνες» και «διαπλοκές» που εμπλέκονται στην τοποθέτηση ή την απομάκρυνση, την έγκριση ή την απόρριψη, ενός γλυπτού σε δημόσιο χώρο. Ωρες να ’χεις να διηγείσαι… ανεκδιήγητα. Μιλάνε (γράφουν και οι ποιητές) για την ακινησία των αγαλμάτων. Πιο κινητό είδος στην Ελλάδα από τα αγάλματα δεν υπάρχει…
