Πνευματικό Κέντρο του Δήμου. Παρουσιαζόταν το βιβλίο «Εμείς σπείραμε, εσείς θα θερίσετε» του Αδάμ Δράγα. Συγκινητική, πηγαία μαρτυρία ενός περίπου συνομηλίκου μου από τη Δυτική Μακεδονία, για το μετεμφυλιακό καθεστώς, όπως το έζησε από παιδί, τη φυγή της διωκόμενης οικογένειας στη Θεσσαλονίκη: βία, τρομοκρατία, εκλογές, ελπίδες, Νεολαία ΕΔΑ, δολοφονία Λαμπράκη, Νεολαία Λαμπράκη, δικτατορία, φυλακές, εξορίες, βασανιστήρια.
Εφυγα συγκλονισμένος. Πέρασαν όλα αυτά; Ο τόπος τα πέρασε όλα αυτά; Εμείς, από κοινού και ο καθένας ξεχωριστά, τα περάσαμε και τα ζήσαμε –κάποιοι και πάνω στο πετσί τους– όλα αυτά; Συλλογιζόμουν. Είδα πολλούς και πολλές, γνωριμίες, απλές αλλά και στενές, από προδικτατορικά, από τη δικτατορία, συγκρατούμενοι, αλλά και, από αργότερα, από τη μεταπολίτευση.
Κάποιους, για να τους θυμηθείς (ή να σε θυμηθούν) έπρεπε να σηκώσεις πολλά στρώματα αναμνήσεων, να τους ρετουσάρεις (και να σε ρετουσάρουν). Αλλά ήταν οι δικοί σου άνθρωποι, που μαζί κάνατε τόσα και άλλα τόσα προσπαθήσατε και ονειρευτήκατε.
Βγήκα από το κτίριο και έπεσα πάνω στην «πιάτσα του σκοταδιού» (ο ήλιος του Ιουνίου ήθελε ακόμα ώρα να δύσει): αυτό το μαύρο εμπόριο θανάτου με τα ναρκωτικά.
Και τι σημασία έχει αν εκεί είναι ένα από τα πιο κεντρικά σημεία της Αθήνας, «βιτρίνα», «πολιτιστικό κέντρο», «τι κάνει η αστυνομία;»… Αυτό το «τελετουργικό απελπισίας» εν δήμω δεν φεύγει με «ξόρκια» και «αστυνομικές επιχειρήσεις», και αν φύγει, θα φύγει για να πάει κάπου αλλού, θα μετακινηθεί.
Ο νεαρός, με το λερό, πυκνό μαλλί να του σκεπάζει το πρόσωπο, που καθισμένος στο πεζούλι, χτυπούσε τη φλέβα στη γάμπα, στο κέντρο ή στην άκρη του σύμπαντος, τον βλέπει ή δεν τον βλέπει κανείς, θα βρει τρόπο και τόπο να πυρπολήσει το χάος του, αφού ήδη κατοικεί στο πουθενά. Κοντά να πάμε, όσο πιο κοντά γίνεται. Αν γίνεται…
