Ορεξάτος ο πρωινός «συνοδοιπόρος» (διασταυρωνόμαστε, καλημεριζόμαστε, αλλά δεν έχουμε αλλάξει ονόματα) του Υμηττού: «Πολύ τρέχεις! Θα σου βάλω κόφτη!».
Η τελευταία λέξη της μόδας, ο κόφτης. Πέρασε στα πρώτα μνημονιακά συμφραζόμενα το 2012. Ξαναπέρασε, ο ίδιος ή ο ομογάλακτος αδελφός του, το 2014. Και να τος πάλι, πιο απαιτητικός αυτή τη φορά, έτοιμος να κόψει και να μη ράψει∙ ή μάλλον να ράψει, αλλά ράμματα για τη γούνα μας.
Επίσημο όνομα: αυτόματος μηχανισμός δημοσιονομικής ρύθμισης. Πάνε καλά τα οικονομικά; Πιάνουμε, όπως λέμε, τους στόχους; Ο κόφτης αναπαύεται. Δεν πιάνουμε τους στόχους; Ο κόφτης πιάνει δουλειά αυτομάτως κι εμείς πιάνουμε το τρέξιμο αυτομάτως. Διότι αυτομάτως –έτσι λένε τα σχέδια– κόβονται πρώτα μισθοί, συντάξεις και επιχορηγήσεις και, μετά, ό,τι άλλο προαιρούνται οι εταίροι και οι έτεροι δανειστές.
Ξεκίνησα κι εγώ, καλού-κακού, να τρέχω. Διότι –το φιλοσόφησα–, αν ασκηθείς στο τρέξιμο πριν πέσει ο πρώτος κόφτης, θα σε βρει τουλάχιστον γυμνασμένο, προετοιμασμένο για τα επόμενα, που… αν είναι νά ’ρθουν, θε να ρθούν (αλλιώς θα προσπεράσουν∙ μόνο που αυτές οι προσπεράσεις συμβαίνουν μόνο στην ποίηση και σε κάποιες αφελείς προθέσεις πολιτικών).
Είπα όμως σήμερα να μην κάνω πολιτική. Κι αν αντιτείνει κανείς: «Μα ο κόφτης είναι, από μόνος του, πολιτική». Θα αντιτείνω στον αντιτείνοντα ότι ο κόφτης δεν είναι πολιτική, είναι τρόπος και άσκηση, είναι, στο τέλος τέλος, εργαλείο. Πώς λέμε, για παράδειγμα: διακόφτης (όχι του ηλεκτρικού, του… Διακοφτού), νυχοκόφτης, καφεκόφτης (αυτός, λέει, μας περιμένει τον Ιανουάριο του ’17) ή παγοκόφτης (γνωστός και ως κόφτης-θρίλερ).
Τόσοι κόφτες σύνθετοι και δεν κατάφεραν, καθένας ξεχωριστά και όλοι μαζί, να προκαλέσουν τον φόβο, τον τρόμο και τον πανικό που προκαλεί ένας σκέτος κόφτης. Που κάθε Απρίλιο, λέει (για δες καιρό που διάλεξε…), θα μετράει τι κόφτει του καθενός η γκλάβα!
