Μια που μπήκαμε στον χορό, που μας έβαλαν, εμάς τους λαϊκιστές και τους λαοπλάνους, τους «απατεώνες», τους «τυμβωρύχους», τους «καριερίστες» και άλλα παρεμφερή (χαρακτηρισμοί, όλοι, του κυβερνητικού εκπροσώπου), οι εντιμότατοι ιππότες της αλήθειας, πρίγκιπες της ηθικής και θεράποντες του καθαρού λόγου σκοταδιστές και προπαγανδιστές που πλαισιώνουν σήμερα έναν πρωθυπουργό στο θεάρεστο έργο του κατεδαφίσεως μιας χώρας εκ βάθρων και ανορθώσεως μιας άλλης χώρας εξ ερειπίων. Να πούμε σήμερα και δυο λόγια για την προπαγάνδα και τους προπαγανδιστές, μιας και χθες είπαμε για τον σκοταδισμό και τους σκοταδιστές.
Οπως λοιπόν ο σκοταδισμός είναι μεν διαχρονικός με σκοπό τον διωγμό του πνεύματος, αλλά ως όρος εμφανίζεται, επί θρησκευτικού εδάφους, στη Γερμανία τον 16ο αιώνα, με ένα βιβλίο ανώνυμο (1515-1519) που συκοφαντούσε επωνύμως τον αθέρα των Γερμανών διαφωτιστών και όσων άλλων Ευρωπαίων διαφωτιστών επικοινωνούσαν μαζί τους δι’ αλληλογραφίας (ανάμεσά τους, ο Ερασμος, όπως πρόχειρα θυμάμαι). Αλλά μη φανταστούμε τη συκοφαντία με όρους ιδεών ή φιλοσοφικούς. Ηταν συκοφαντία των καταγωγίων και του πεζοδρομίου που εισέδυε ώς και σε κρεβατοκάμαρες και εξήπτε το ενδιαφέρον των… χαμηλών λαϊκών στρωμάτων, όπως θα λέγαμε σήμερα εμείς οι ακραιφνώς λαϊκιστές.
Ετσι και η προπαγάνδα έχει, ομοίως, θρησκευτική καταγωγή, αλλά όχι στη Γερμανία του 16ου αιώνα, με τους προτεστάντες εναντίον των διαφωτιστών. Εμφανίζεται στο Βατικανό έναν αιώνα αργότερα (1622), με συνέλευση της Καθολικής Εκκλησίας, υπό τίτλο: Συνέλευση προς Διάδοση της Πίστεως, λατινικά: Congregatio de Propaganda Fide. Οπου κάνει το ιστορικό ντεμπούτο του ο όρος propaganda, γερούνδιο του propagare = διαδίδω, επεκτείνω. Στόχος, τώρα, η Μεταρρύθμιση και οι μεταρρυθμιστές στην Ιταλία και όπου αλλού εκτεινόταν η επικράτεια (κράτος ήταν, είναι ακόμα…), η παπική εξουσία. Εξ ου και εκείνη η περίοδος της… νεαρής προπαγάνδας πέρασε στην Ιστορία ως Αντιμεταρρύθμιση.
Στα χρόνια που ακολούθησαν και μέχρι σήμερα σκοταδισμός και προπαγάνδα συνέπλευσαν και μετεξελίχθηκαν επί τα χείρω. Αλλά, γι’ αυτά, ακόμα λίγα αύριο…
