Με τον μουεζίνη –ή η φωνή του– να με σηκώνει από το κρεβάτι ξενοδοχείου στο Σεράγεβο τελείωνε το χθεσινό (ταξιδιωτικό στην αλλοτινή Γιουγκοσλαβία) σημείωμα. Φαίνεται πως κάπως με μαλάκωσε αυτή η φωνή. Γιατί σηκώθηκα άνετα. Εκανα ένα μπάνιο και ό,τι άλλο μπορεί να κάνει περιηγητής σε μέρος που επισκέπτεται πρώτη φορά. Ανοιξα το παράθυρο με τα φιμέ τζάμια που αποβραδίς είχαν κινήσει την περιέργειά μου, να δω και τον καιρό. Εβρεχε. Αλλά λύθηκε και η απορία μου για τα φιμέ τζάμια με τρόπο ολίγον μακάβριο. Ισόγειο το δωμάτιο, στο πίσω μέρος διώροφου ξενοδοχείου, ήταν μεσοτοιχία με μουσουλμανικό νεκροταφείο σε παρακείμενο τζαμί! Δεν είναι ό,τι πιο χαρούμενο, να ανοίγεις ξημερώματα παράθυρο και να πέφτεις σε νεκροταφείο υπό βροχή…
Ομολογώ, ελαφρώς ταράχτηκα. Οχι τόσο για την, απρόσμενη, θέα νεκροταφείου, μετά από ύπνο, ξημερώματα. Οσο επειδή, συνειρμικά, θυμήθηκα τη μαύρη εποχή του πολέμου στο Σεράγεβο. Τότε που, από εδώ ακριβώς, από την άλλη μεριά του ποταμιού Μιλιάτσκα, πριν από 34 χρόνια, κορυφωνόταν η τραγωδία διαμελισμού μιας ευρωπαϊκής χώρας, της Γιουγκοσλαβίας, που άλλαξε την Ιστορία της Ευρώπης και του κόσμου.
Είχαν προηγηθεί οι, ένοπλες πάντα, αποσχίσεις –ή ανεξαρτητοποιήσεις– από το ομόσπονδο κράτος Σλοβενίας και Κροατίας. Οπου εμπλοκές και αλληλοσκοτωμοί γινόντουσαν, σε τελική ανάλυση, μεταξύ εθνοτήτων: Σλοβένοι και Κροάτες εναντίον Σέρβων και τανάπαλιν. Εθνότητα (Σέρβοι) εναντίον θρησκεύματος (μουσουλμάνων) ήταν πρώτη και τελευταία, έως τώρα, φορά στην Ιστορία που γινόταν.
Χαρακτηριστικά και διαστάσεις ανάλογου πολέμου με αυτόν που έγινε τότε στο Σεράγεβο, γενικότερα στη Βοσνία/Ερζεγοβίνη, μπορεί να έχει μόνον ένας εμφύλιος πόλεμος. Ετσι τον είδα τότε. Ετσι τον σχολίασα επανειλημμένα στην «Ελευθεροτυπία». Ετσι τον βλέπω ακόμα, από το σημερινό Σεράγεβο, με τα ίχνη του –εφιαλτικά όπως κάθε εμφύλιου– διάσπαρτα ολούθε: σε τοίχους από βλήματα, γκρεμισμένα σπίτια, επιμνημόσυνα ονόματα νεκρών σε γωνίες δρόμων και αμέτρητα, στοιχημένα μνήματα ν’ ανηφορίζουν σε πλαγιές…
