Πρώτο ξημέρωμα στο Σεράγεβο· το σωστό, βάσει πινακίδων, είναι Σαράγεβο (Saragevo), από το τουρκικό σαράι, ανάκτορο. Πόλη κοιλάδας. Αθέατη όπως κατηφορίζεις από τα βουνά, προτού πλησιάσεις στα δύο με δυόμισι χιλιόμετρα. Τη διασχίζει ποτάμι, Μιλιάτσκα (γένους θηλυκού), παραπόταμος του Βόσνα με κατάληξη, μέσω ποταμού Σάβα, στον Δούναβη. Την ενώνουν γέφυρες. Διασημότερη, η Λατινική, όπου το 1914 δολοφονήθηκε ο πρίγκιπας/διάδοχος της Αυστροουγγαρίας Φερδινάνδος· δολοφονία που σηματοδότησε την απαρχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Τρεις λεωφόροι, λεωφορεία και τραμ· το πρώτο ηλεκτροκίνητο στην Ευρώπη, με το Σεράγεβο –μεταίχμιο 19ου με 20ό αιώνα– πόλη ακμάζουσα, με βιομηχανία, εμπόριο και περίοπτα κτίρια, ιδιωτικά και δημόσια. Πόλη πολιτισμική και πολυφυλετική. Στα 540 υψόμετρο. Από κει και πάνω άλλα 300-400 αναρριχημένη στις γύρω πλαγιές. Θέαμα, σε μένα, μοναδικό. Το φωτογράφισα, αλλά δεν αποδίδουν οι φωτογραφίες του κινητού αυτό που βλέπουν τα μάτια σου! Μια πόλη σκαρφαλωμένη, όπως πολλά χωριά στην ορεινή Ελλάδα, αλλά σε μεγάλη έκταση και πυκνότητα αδιάσπαστη. Σπίτια, κυρίως, διώροφα, καλοβαλμένα, στέγες σκουρόχρωμες, δίρριχτες, οξυκόρυφες για το χιόνι.
Φτάσαμε αργά, προς το βράδυ. Πέσαμε για ύπνο κατά τις δέκα και μισή. Οι δύο ανιψιές μου με τη φίλη τους και οδηγό μας. Μακρύ το δωμάτιό μου, στενό το μπάνιο, ισόγειο, διώροφο το ξενοδοχείο, φιμέ τζάμια. Δεν έδωσα σημασία μες στη νύστα μου. Ξύπνησα κατά τις τέσσερις. Υπνος καλός, αρκετός, αλλά είπα να χουζουρέψω λίγο στο κρεβάτι. Τεσσεράμισι, ξαφνιάστηκα… Βγήκε στον μιναρέ ο μουεζίνης –ή η φωνή του μαγνητοφωνημένη– κι έπιασε να θρηνεί προσευχόμενος.
Θυμήθηκα ένα περιστατικό που το αφηγήθηκε η φίλη της παρέας. Συνέβη στον άντρα της. Είχαν μάστορα στο σπίτι, μετανάστη ισλαμικής χώρας. Μαστόρευε με ανοιχτό ραδιόφωνο, από όπου ακουγόταν άνδρας θρηνών αραβικά. Απόρησε ο άντρας της φίλης. Ρώτησε αν ήταν κάποια γιορτή δική τους, θρησκευτική. «Οκι!» απάντησε εκείνος. «Τραγκούντι είναι. Γκυναίκα άφησε κι αυτό κλαίει»!
