Ηταν ένα εικόνισμα, της Παναγίας, στο οικογενειακό σπίτι, στις παράγκες. Ως καλλιτεχνική αξία, ευτελές. Ως συναισθηματική, ανεκτίμητο· οικογενειακό κειμήλιο. Το είχε φέρει η γιαγιά της μητέρας από τους Αγίους Τόπους. Μοναδική ίσως προίκα της μητέρας, ακολούθησε την οικογένεια σε όλα τα σπίτια της προσφυγιάς. Στο πίσω μέρος του ο πατέρας είχε γράψει με μολύβι, καλλιγραφικά, τις χρονολογίες γέννησης των παιδιών του: Γιώργος 2 Αυγούστου 1929, Λούης (Λεωνίδας) 22 Ιουλίου 1931, Κώστας-Ιωσήφ (δύο ονόματα, το δεύτερο, εκ της μάχης του Στάλινγκραντ), 5 Ιανουαρίου 1943, Πέτρος 8 Δεκεμβρίου 1945.
Το εικόνισμα σώζεται στο οικογενειακό προσφυγικό αποκατάστασης –1960 πλέον· 38 χρόνια στην παράγκα– στον Περισσό, που πέρασε στην οικογένεια του Λούη. Το αναστρέψαμε τη Δευτέρα το βράδυ να δούμε –να δείξω στους νεότερους– τις χρονολογίες. Δεν είχε αντέξει το μολύβι. Σκιές γραμμάτων μόνο διακρίνονταν. Μόλις πριν από λίγο, το σούρουπο, με τις πρώτες ψιχάλες, είχαμε χάσει τον μεγάλο ανιψιό μας, τον Στέλιο· του πατέρα το όνομα.
Δεν υπάρχει ιεραρχία στον θάνατο, αλίμονο. Η φυσική τάξη, η λογική σειρά, το αναμενόμενο… αφήνουν χώρο στο αφύσικο, το παράλογο, το απροσδόκητο, που παίρνουν την παρτίδα. Δεν υπάρχει μετρητής πένθους. Μόνο που το αδόκητο το πολλαπλασιάζει. Οταν σ’ ένα καλοκαίρι βλέπεις νέους ανθρώπους, παιδιά σου, να ξεφυλλίζουν τη ζωή τους μέσα σ’ ένα αναπάντητο «γιατί;» κι ένα μετέωρο «όχι ρε γαμώ το!» δεν έχει μέτρο το άμετρο, χώρο το αχώρητο.
Εσβησε ο Στέλιος; Δεν σβήνει τέτοια λάμψη: Ο πατέρας, δύο θυγατέρων εξαίρετων. Ο αδελφός, μιας αδελφής του αίματος και της καρδιάς. Ο φίλος ο ξεχωριστός, με φιλίες ανεξίτηλες, από τα μαθητικά ακόμα χρόνια. Ο αγωνιστής για το δίκιο και την αξιοπρέπεια μεταναστών και προσφύγων επιτόπου, ακόμα κι όταν δεν είχε χρήματα για βενζίνη στο μηχανάκι. Ο πολίτης, ο άνθρωπος, ο φίλαθλος πρόεδρος αθλητικής ομάδας γυναικών, ο γλεντζές, ο χιουμορίστας. Ο που αγάπησε και αγαπήθηκε…
