ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μπα, ανάθεμα τον διαλυμένο φωταγωγό της θειας μου της Μαρίτσας! Μπα, πανάθεμα και το κακορίζικο το βίντεό της που ακόμα «ζει» και η ίδια -για όνομα!- επιμένει να μας βάζει κάθε καλοκαίρι να δούμε ξανά και ξανά την «Περιφρόνηση» του Γκοντάρ! Λες και δεν έχουμε φάει αρκετό Γκοντάρ στη μάπα για να γίνουμ’ άνθρωποι… «Βρε θεια, παίζει στα θερινά η ταινία. Την έχει και το ertflix! Γιατί πρέπει να τη βλέπουμε στο προπολεμικό σου βίντεο, που κάηκε όλη η Ελλάδα, ρε γαμώτο, αλλά αυτό ακόμα ζει και να καεί δε λέει;»…

Κάτι τέτοια της λέμε κάθε καλοκαίρι, αλλά της Μαρίτσας το αυτί να ιδρώσει δεν, μήτε το βίντεο λέει να γίνει στάχτη και μπούρμπερη. Τουναντίον – αναγεννάται από της δικής μας υπομονής τις στάχτες, διάολε. Ο φοίνικας, σου λέει, πιότερο δυσκολεύτηκε ν’ αναγεννηθεί (για το μυθικό πουλί λέμε· όχι για τα χουντοφοινίκια του Μπακοζάν, που τους έφαγε το σκαθάρι τα φύλλα και μεταμορφώθηκαν σε πλατάνια που φυτεύτηκαν στο μπετόν και φυσικά ξεράθηκαν γιατί τα πλατάνια θέλουν νερό, ποτάμι. Αλλά και ποτάμι να ’βρισκαν κει κάτω, κι αυτό ξερό και μπαζωμένο θα ’τανε).

Και η Μαρίτσα, τον χαβά της: την καταλάβαινες από μακριά. Κατ’ αρχάς, άκουγες τη φωνή, που για την περίσταση άλλαζε ελαφρώς και κάπως ηδυπαθής γινόταν: «Ανάργυρε (σ.σ. ο θειος), πάενε μάτια μου να μου πάρεις χόρτα. Και τυρί. Λευκό. Οχι αλμυρό – τα παιδιά δεν τρών’ αλάτι!». Τα… παιδιά, ήμασταν εμείς. Που με το που το ακούγαμε, το μυαλό άρχιζε να στροφάρει με χίλια για το πώς ο σώζων εαυτόν σωθήτω! Ενας ένας, μια δικαιολογία να δώσει πήγαινε, περνώντας από το μπουντουάρ όπου είχε ήδη αρχίσει να φτιάχνεται η Μαρίτσα, γιατί ούτε να μαγειρέψει τη σπανακόπιτα μπορούσε αν δεν γινόταν τουλάχιστον κάτι πολύ κοντινό, αν όχι καλύτερο, από την Μπαρντό στο φιλμ.

Της μοιάζει κάπως της Μπριζίτ η Μαρίτσα. Μην κοιτάς που τη λεν Μαρίτσα και αντί να γίνει πρωταγωνίστρια του Γκοντάρ, έγινε γυναίκα του Ανάργυρου. Είχε έναν αέρα άλλον. Πάντοτε προσεγμένη, όχι ακριβώς κοκέτα, μα πάντα κάτι της ξεχώριζε. Κάτι η κίνησή της, κάτι το πώς θα άνοιγε την τσάντα της να βγάλει τα γάντια της (πάντα γάντια στην τσάντα εννοείται), κάτι το πώς θα τα έπλενε πάντα στο χέρι γιατί «τα ευαίσθητα, μόνο με τρυφερότητα τα προσεγγίζεις, μικρή μου», όπως μου έλεγε, ενώ ταυτόχρονα μου μιλούσε για το τι κάνανε στη χούντα και τι άσχημοι και «βαρετοί» άνθρωποι ήταν οι Μπάμπαλης και Μάλλιος. «Βρε θεια, βαρετοί οι βασανιστές σου; Βαρετοί;». «Βαρετοί, μικρή μου. Μια-δυο, τους μάθαινες. Καμία πρωτοτυπία. Μπαναλιτέ. Και να ’θελες, μόνο από τη βαρεμάρα που σου προξενούσαν, ούτε να τους μιλήσεις δεν άξιζαν»…

Ποτέ δεν μίλησε η Μαρίτσα. Που Μαρίτσα δεν την έλεγαν μονάχα. Μαργαρίτα την έλεγαν, και Ζήνα, και Πόλυ, και Κίττυ, και Βέρα, και Μπούλη, και Ελένη, και Δώρα, και Γιούλη, και Ελλη, και Κάτια, και Σελήνη. Και «Τα κορίτσια της βροχής» της Αλίντας έγιναν κι εμάς μεγάλωσαν. Με τα χέρια τους, την ανωτεροσύνη τους, την Μπριζίτ και την Μπαρντό τους.

Στην κηδεία της Μαρίτσας ήρθαν πολλοί. Νέοι. Τους αγαπούσε τους νέους. Και τον Αντώνη αγαπούσε. Κι ας μην τον ήξερε. Τον διάβαζε και χαρούμενη ήτανε πολύ που η «μικρή» της ήταν συνάδελφός του. «Να είστε παρέα. Οσοι ίδια μυαλά έχετε, κι ας έχετε άλλες τις λέξεις, παρέα να είστε» μου έλεγε απ’ όταν με τη δημοσιογραφία έμπλεξα. Το κράτησα. Και το βίντεο. Κι αυτό κράτησα (διάολε).

Ο δημοσιογράφος Αντώνης Χρυσουλάκης πέθανε προχθές, στα 35 του. Δεν ήταν πως ώς εκεί μπόρεσε – δεν τον μπόρεσαν. Εξαντλημένος από την εργασιακή τους «ανάπτυξη», ξέχασε το μάτι ανοιχτό. Κάποιοι είπαν πως «γι’ αυτό χρειάζονται οι έξυπνες συσκευές που σβήνουν μόνες τους».

Πανεύκολο είναι να κατακλυστούμε από τις «έξυπνες συσκευές» τους… Γι’ αυτό χρειάζονται ακόμα τα «βίντεο». Για να βρίσκουν κάθε φορά, από την αρχή κάθε φορά (ε και;), μέσα από αυτά, την περιφρόνησή μας. Γι’ αυτό.