Στο σαλόνι του ψηλότερου καταστρώματος, έμαθε τα παιδιά του να παίζουνε ξερή. Αν και το πλοίο είχε πολύ κόσμο βρήκαν εύκολα θέση, μιας και οι περισσότεροι ταξιδιώτες δεν είχαν ανακαλύψει ακόμη ότι στην κορυφή του καραβιού υπάρχει αυτό το σαλονάκι. Η αναμενόμενη πολιορκία των παιδιών, προκειμένου να τους παραχωρήσει το κινητό του ή να τους ανοίξει κάποιο φορητό υπολογιστή, ώστε να σκοτώσουν τον καιρό τους μπροστά σε μια οθόνη, αυτή τη φορά τον βρήκε καλά προετοιμασμένο: έχωσε το χέρι του σ’ ένα σακίδιο και έβγαλε από μέσα μια ολοκαίνουργια τράπουλα.
Κάτι οι ατσαλάκωτοι ρηγάδες κι οι αστραφτερές ντάμες, κάτι που στον νου τους είχαν συνδέσει την τράπουλα με πιο «μεγαλίστικες» ενασχολήσεις, το ενδιαφέρον των παιδιών κεντρίστηκε αμέσως και βάλθηκαν να τον ρωτούν πώς μπορεί να παίξει κανείς μ’ ετούτο το πρωτόφαντο παιχνίδι. Κι αφού πρώτα τα εξοικείωσε με τις φιγούρες και τα σχήματα της τράπουλας, ξεκίνησε να τους μαθαίνει τους κανόνες της ξερής.
Με ζήλο ρίχτηκαν τα παιδιά στις παρτίδες και μάθαιναν τα πάντα πολύ γρήγορα. Από το μοίρασμα -έξι φύλλα στο χέρι κάθε παίχτη και τέσσερα ανοιχτά κάτω στην πρώτη μοιρασιά- μέχρι το μέτρημα των πόντων: από έναν πόντο για τις φιγούρες, το δυάρι σπαθί αλλά και τα 10άρια – εκτός από το 10 καρό που έπιανε δύο πόντους, τρεις πόντοι για όποιον μάζευε τα περισσότερα φύλλα και φυσικά 10 πόντοι στην κάθε ξερή. Σε λίγη ώρα, δεν τον είχαν πια ανάγκη να τους εξηγεί άλλο και έπαιζαν αυτόνομα, με το ενθουσιώδες χαμόγελο και το σπινθηροβόλο βλέμμα να τα προδίδει κάθε που έπιαναν βαλέ και ετοιμάζονταν να «κόψουν».
Τα έκανε χάζι να παίζουνε ζωηρά και φωνακλάδικα και θυμήθηκε τα δικά του μικράτα στο χωριό, που ήταν η καλύτερή του να πιαστεί στα χαρτιά με τα ξαδέρφια, τον πατέρα και τους μπαρμπάδες του. Πόσα απομεσήμερα δεν είχε περάσει στη βεράντα της γιαγιάς του -μες στους βασιλικούς και τα γεράνια- παίζοντας ξερή, αγωνία ή Θανάση και κρατώντας τα τραπουλόχαρτα με μαυρισμένα χέρια από τα φρέσκα καρύδια; Πόσες αργαντινές δεν κοπέλιζε κάτω απ’ την μπουρνελιά στο καφενείο, θωρώντας τους μεγάλους να αφοσιώνονται στην πρέφα και προσπαθώντας να καταλάβει τη λογική και τη στρατηγική του παιχνιδιού;
Και να τώρα που, μεγάλος πια ο ίδιος, μαθαίνει τα παιδιά του να παίζουνε ξερή, στο σαλόνι του ψηλότερου καταστρώματος. Χαμογέλασε ευχαριστημένος από τον εαυτό του που βρήκε τρόπο να τα τραβήξει για αρκετή ώρα μακριά απ’ την οθόνη κι αφέθηκε στη γλυκιά νοσταλγία των παιδικών του χρόνων, που ανάβλυσε στη θωριά των ρηγάδων και των βαλέδων.
