ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Πέτρος Μανταίος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ονειρο, απογευματινό: Μια οικογένεια· η δική μου. Μπροστά εγώ κι ένας γάιδαρος, φορτωμένος με όλα μας τα υπάρχοντα που ξέρει και τον δρόμο, δυο-τρία παιδιά, σχεδόν μωρά, μια γυναίκα (ίσως και άλλοι). Διασχίζουμε μια έρημο· σαν αυτές της Αφρικής. Ντυμένοι στα κουρέλια, με πρόσωπα καλυμμένα να φυλαχτούμε από αμμοθύελλες.

Με χίλια βάσανα φτάνουμε (ο γάιδαρος μας οδηγεί) σε κάποιο κατάλυμα, στενόμακρο, από χρόνια εγκαταλειμμένο, σαν φυλακή, αλλά σώοι. Ξεφορτώνω τον γάιδαρο. Τον χαϊδεύω στον αυχένα: «Αντε, αγόρι μου, τώρα κι εσύ να ξεκουραστείς! Τόσα που τράβηξες για μας! Υπάρχει παχνί κάτω. Να φας, να ξαποστάσεις. Σ’ ευχαριστούμε!» Με κοίταξε στα μάτια ο γάιδαρος, με λύπη. Εστρεψε κατά την έξοδο του καταλύματος· που εν τέλει ήταν μόνο ένα παράθυρο. Και με αφάνταστη ταχύτητα –όλοι πια, ξαφνιασμένοι, φωνάζαμε: «Γάιδαρε… Γάιδαρε… Τι πας να κάνεις;»– έσκισε την απόσταση, πέταξε από το παράθυρο και γκρεμίστηκε.

Κατέβηκα γρήγορα κάτω. Κιγκλίδωμα φυλακής χώριζε το υπόγειο από τον έξω χώρο. Ο γάιδαρος έξω από τα κάγκελα, αιμόφυρτος να ψυχορραγεί. Εγώ από μέσα, με βάρος στην ψυχή αβάσταχτο, να τον ρωτάω: «Γιατί, γάιδαρε, το έκανες αυτό; Τι έπαθες; Τι σου συνέβη;» Ενώ, μέσα μου, ήξερα πως ο γάιδαρος αυτοκτόνησε, γιατί πλέον, έχοντας τελειώσει την αποστολή του, δεν ήθελε να ζήσει άλλο.

Ξύπνησα με την τελευταία εικόνα ζωντανή μπροστά μου: Να θρηνώ μέσα από τα κάγκελα, ο γάιδαρος να ψυχορραγεί έξω από τα κάγκελα και πίσω του, η έρημος. Παραδόξως, δεν είχα αίσθηση εφιάλτη. Μόνο συγκίνηση ένιωθα· μια βαθιά, ίσως πρωτόγνωρη, συγκίνηση. Ντύθηκα. Βγήκα στη βεράντα. Η βροχή είχε σταματήσει. Ο,τι έδυε ο ήλιος, ζωγραφίζοντας τα σύννεφα, πίσω από τον Παρθενώνα. Από το ραδιόφωνο ακουγόταν ένας ρυθμός αφρικάνικος.

ΥΓ. Κατευόδιο στον Μανώλη Γλέζο υψωμένες ελληνικές σημαίες στα μπαλκόνια!