ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρήστος Βασιλειάδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μμμμ… η νέα εκδοχή του μύθου της Μιράντας είχε πιο γλυκιά γεύση κι από το ομώνυμο μπισκοτάκι που βουτούσαμε στο κακάο οι μικροί και στον καφέ οι μεγαλύτεροι.

Πράγματι, ο κλασικός μύθος χρειαζόταν ανανέωση, αλλά η εκδοχή που μας πρόσφερε η γλυκιά σαν μπισκοτάκι κυρία Μιράντα μού φαίνεται ότι ήταν ενδιαφέρουσα μεν, εκτός σύγχρονης πραγματικότητας δε.

Η σύγχρονη πραγματικότητα έχει μία επίσης ενδιαφέρουσα εκδοχή με αυτήν της κυρίας Ξαφά:

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο φουκαράς μεν, πλην όμως εργατικός μέρμηγκας που δούλευε μισοασφαλισμένος, κακοπληρωμένος και με τις υπερωρίες κερασμένες για όλο το καλοκαίρι. Δούλευε για τη μυρμηγκοφωλιά του, που όμως ανήκε πλέον στον τζίτζικα γιατί είχε το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών και την έκταση από το ΤΑΙΠΕΔ για 49 χρόνια. Ο τζίτζικας πολύ τον λοιδορούσε τον δόλιο τον μέρμηγκα, καθώς καθότανε από πάνω, πρώτο δέντρο κύμα, τραγουδώντας κεφάτος, χορτάτος και παίζοντας το γιουκαλίλι.

Ο χειμώνας ήρθε και ήταν δριμύς κι ατελείωτος. Ομως οι καιροί πλέον άλλαξαν: ο κόσμος πάει μπροστά και οι εξελίξεις του σήμερα μάλλον ευνοούν τους ανέκαθεν τζίτζικες. Ο τζίτζικας, λοιπόν, με τα λεφτά που είχε (κανείς δεν ξέρει από πού) και τα είχε αποθηκεύσει, σε ζεστές, ηλιόλουστες offshore φωλιές, έφτιαξε μέσα στην κουφάλα του δέντρου ένα σπίτι με θέρμανση, συνδρομητική tv κι εσωτερική θερμαινόμενη πισίνα για να μη νιώθει τη νοσταλγία του θέρους.

Αγόρασε και για τον εργάτη μέρμηγκα μια ειδική φόρμα με αδιάβροχη ισοθερμική επένδυση για να μην κρυώνει κι έτσι να συνεχίσει να δουλεύει με την ίδια χαρά για όλον τον χειμώνα. Οσο για φαγητό, υπήρχε άφθονο, αφού η κουφάλα του δέντρου επικοινωνούσε με τη μυρμηγκοφωλιά στη ρίζα του δέντρου κι έτσι ο τζίτζικας μπορούσε να παίρνει όσο φαΐ ήθελε από αυτό που ο μέρμηγκας με κόπο αποθήκευε, χωρίς ο τελευταίος να το αντιληφθεί. Αφού πλέον όλο τον χρόνο μέρα-νύχτα δούλευε σαν το μυρμήγκι.

Ετσι, ο σοφός τζίτζικας συνέχισε και τον χειμώνα ακμαίος να τραγουδάει, να παίζει γιουκαλίλι και να λοιδορεί τον δόλιο μεν, εργατικό δε μέρμηγκα που επίσης συνέχιζε να δουλεύει κακοπληρωμένος, μισοασφαλισμένος και με τις υπερωρίες κερασμένες μέχρι να ψοφήσει.

Συμπέρασμα; Κουράγιο μέρμηγκα, πού θα πάει, θα ξεκουραστείς, γιατί η ζωή είναι μικρή. Ε, πόσο να ζει ένας δόλιος μέρμηγκας πια;

ΥΓ.: Τρώγοντας μικρός τα ομώνυμα μπισκότα στο σπίτι της γιαγιάς, πάντα θαύμαζα τον δόλιο μεν, εργατικό δε μέρμηγκα που μάζευε αυτά που μαζεύουν οι μέρμηγκες επί γης. Τα ψιχουλάκια που πέφτουν από το τραπέζι.