Πρώτη γουλιά καφέ! Είχα κάνει ένα χρονογράφημα γι’ αυτή· κάποτε, στην Ελευθεροτυπία. Πρωί και είχα βγει βόλτα με τον Μαντ. Τότε, λόγω Μαντ και αναγκών του, περνούσαμε παρεούλα από το παρκάκι της Καισαριανής που τερματίζει το τρόλεϊ. Μάζευα βέβαια τα περιττώματα, γιατί βλέπω πολλούς να θεωρούν τα πάρκα δημόσια αποχωρητήρια σκύλων.
Εκείνο το πρωινό ο σταθμάρχης του τρόλεϊ (υπήρχαν ακόμα σταθμάρχες), κατευθυνόταν στο σταθμαρχείο με την κούπα καφέ στο χέρι. Αχνιζαν. Μες στο πάρκο. Καφές και ανάσα. Χειμώνας. Με τράβηξε τόσο η σκηνή που χαράχτηκε μέσα μου. Εψαξα, ρώτησα, διάβασα, μελέτησα, αγόρασα βιβλία, έφτιαξα φάκελο για τον καφέ (ακόμα τον έχω).
Χρόνια τώρα, καφές κι εγώ, γίναμε δυάς ομοούσιος. Ιδιοτροπίες, ιδιαίτεροι τρόποι παρασκευής (33 ανακατέματα), σχολαστικά καθαρά μπρίκια… Κάποτε, σε καφενείο στο Λουτράκι, ζήτησα από την κοπέλα (αμάθητη, αποδείχτηκε): «Καφέ σκέτο σε καθαρό μπρίκι, παρακαλώ» («καθαρό», ώστε να μη μένει στο φλιτζάνι ίχνος ζάχαρης από προηγούμενο καφέ). Η αντίδραση της κοπέλας, αγριεμένη: «Εγώ σας πρόσβαλα; Εσείς γιατί με προσβάλλετε; Θα μου πείτε ότι έχω τα μπρίκια άπλυτα!».
Σε κείνο το χρονογράφημα έβαλα την (ομηρική) λέξη ερατεινός (πολύ αγαπητός, ποθητός, ίδια ρίζα με το έρως· έτσι έλεγαν οι αρχαίοι κυρίως τις θεές!). Ετσι έλεγαν και τον καφέ οι νεότεροι, παλαιότεροι. Τότε που υπήρχαν ακόμα καφενεία με τεζάκια (πάγκοι του καφέ) και ταμπήδες (τεχνίτες του καφέ), που έψηναν (λέξη μυσταγωγική του καφέ· τον καφέ τον βράζεις, δεν τον ψήνεις, ψήνεις μόνο ό,τι θέλει υπομονή και το κάνεις πολύ κέφι) τον καφέ με πάνω από τριάντα διαφορετικούς τρόπους (Ηλίας Πετρόπουλος «Ο τούρκικος καφές εν Ελλάδι»). Ολα αυτά, με την πρώτη γουλιά του καφέ, χθες ξημερώματα με παγωνιά…
