Στάση του Ηλεκτρικού Νέα Ιωνία. Σάββατο. Κατευθύνομαι στην Αθήνα. Στην απέναντι πλατφόρμα το κορίτσι περιμένει το τρένο προς Κηφισιά. Λεπτή, μέτριο ανάστημα, μακρύ μαύρο μαλλί, παντελόνι τζιν, παπούτσια σπορτέξ, λευκή μπλούζα φαρδιά, ο ένας ώμος μισοφαίνεται, σάκος δερμάτινος. Ομορφη, όχι πάνω από δεκαεννιά. Κάνει νεύματα αγάπης στο αγόρι της που είναι στο βαγόνι μου. Πατάει με τη μύτη του αριστερού παπουτσιού το δεξί σκερτσόζικα. Και τι κάνει η αιώνια γυναίκα; Προσποιείται ότι κλαίει. Κατεβάζει με τον αριστερό δείκτη το κάτω αριστερό βλέφαρο. Παντομίμα κλόουν. Απίθανη.
Τέσσερις στάσεις μετά, στον Αγιο Λευτέρη, άντρας, καμιά σαρανταριά, μαύρο μαλλί, μαύρα γυαλιά, μαύρο μουστάκι, κάθεται απέναντί μου. Μέχρι την Αττική που κατέβηκα, ανοιχτό το παράθυρο, το έχει πιάσει με το αριστερό, έχει κολλήσει το δεξί μάγουλο στο τζάμι και παραμιλάει δυσνόητα.
Κυριακή πρωί. Δεν έχει καλοξημερώσει. Φάληρο προκυμαία. Δυο ψαράδες ερασιτέχνες ετοιμάζουν τα καλάμια τους. Η φράση στον αέρα: «Μας έλεγε ότι δεν πίνει επειδή είναι μουσουλμάνος, αλλά το ακριβό ουίσκι μια χαρά το κατέβαζε! Από Dimple και πάνω!».
Στον Ηλεκτρικό, από Νέο Φάληρο προς Μοναστηράκι, όρθιος ο μετανάστης, νεαρός, κοντό παντελόνι, πληγή στο πόδι (έκζεμα ίσως), έδειχνε να μη νιώθει καλά. Τον πλησίασε ο νεαρός Ελληνας. «Χρειάζεσαι κάτι;» τον ρώτησε διακριτικά. «Οχι, όχι…» απάντησε εκείνος προσθέτοντας κάτι που θύμιζε «ευχαριστώ». Ανθρωποι!
Σκηνές και φράσεις. Τυχαίες. Του δρόμου. Κάτι μου είπαν. Σε άλλον μπορεί να εντυπώνονταν άλλες. Σημασία έχει να κυκλοφορεί κανείς, να μπορεί να κυκλοφορεί, να παρατηρεί, να συναναστρέφεται. Τους άλλους. Επαφές φευγαλέες. Απαρχές γνωριμίας. Είμαστε μισοί άμα δεν επικοινωνούμε. Εχει απίστευτη δύναμη μια καλημέρα, όταν τη δίνεις στον άλλο με την καρδιά σου.
