Το πλοίο πλησιάζει αργά το λιμάνι του Πειραιά. Απρόθυμο να αράξει, να δεθεί. Με ανάμεικτα συναισθήματα οι επιβάτες κοιτάζουμε το δειλινό να καθρεφτίζεται στα γκρίζα κτίρια. Η συνάντηση με την πόλη αναπόφευκτη πια. Τέλος Αυγούστου. Εδώ θα είναι πάντα το τέλος της χρονιάς. Το τέλος και η αρχή των εποχών. Οι μέρες ζητούν από σένα να μαζευτείς, να ανασυγκροτηθείς, να κοιτάξεις με σοβαρότητα τη νέα αρχή της παραγωγικής χρονιάς που σε περιμένει.
Γι’ αυτό ίσως να γυρνάμε κουρασμένοι. Αναπόφευκτες και οι σκέψεις στα πρόσωπα και τα μέρη που συναντήσαμε, οι μέρες και οι νύχτες που περάσαμε μαζί. Διάβαζα στο ταξίδι την ποιητική συλλογή του Τέλλου Φίλη «Το έσχατο έρμα» (Πόλις) και εκεί στο ποίημα «Η συνάντηση» βρήκα τι να πω στην πόλη που άφησα και με περιμένει τώρα πίσω. Στην πόλη, που μου είπε «φύγε, μύρισε το καλοκαίρι και έλα πίσω»:
Μου είπες: “μύρισε τη νύχτα για μένα”/κι εγώ πνίγηκα από την απουσία τόσων φίλων/ μάτωσα, από χιλιάδες αγκάθια κομμένης απότομης αγάπης/ανάμεσα σε νέες πατρίδες και παλιές/Χρόνια μετά/θα αναρωτιόμαστε ποιοι είμαστε πραγματικά/και τι από τις ρίζες μας απέμεινε/μόνο αναγνωριστικό η μυρωδιά της νύχτας/που ποτέ δεν μπορέσαμε να μοιραστούμε/αλλά, κατάσαρκα φυλάττουμε ως Θερμοπύλες/καθένας μόνος του/ σε τόπους ξένους, ξένοι κι εμείς/ ακατανόητοι, άμαθοι και αφελείς/πνιγμένοι, μόνοι/ για τη στιγμή εκείνη/ της συνάντησης/ που ούτε καν προβλέπεται/ προς το παρόν πως/ θα υπάρξει
Κλείνω το βιβλίο, το πλοίο άραξε και με δεκάδες άλλους ανθρώπους στριμώχνομαι να δω από τη μισάνοιχτη μπουκαπόρτα τα φώτα της πόλης κάτω από τον ουρανό. «Εδώ είναι ο τόπος σου» λέω στον εαυτό μου, «εδώ φυλάς τις ρίζες σου, ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους που κάνουν το ίδιο, κοίτα να το δεχτείς, να τον αγαπάς και: να μην αποφεύγεις ποτέ τη “συνάντηση” αυτή».
