Το γόνατο δεν έλεγε να σταματήσει να φέρει πάνω του σημάδια για χρόνια. Ολο το Δημοτικό πρέπει να ‘βγαλα με το γόνατό μου συνεχώς ματωμένο, ξεραμένο, κακαδιασμένο. Μέχρι σήμερα έχω το δερματικό αποτύπωμα από τότες. Αναρωτιέμαι: ίσια δεν περπατούσα ποτέ; Πώς και έπεφτα τόσο συχνά; Ετρεχα; Επεφτα. Ποδήλατο έκανα; Πάλι έπεφτα. Αυτό το «μέχρι να παντρευτείς, θα γιάνει» ακόμα βοά μες στ’ αυτιά μου. Εν τέλει, μήτε το ένα έγινε, μήτε το άλλο. Το σημάδι, σημάδι και το… ράφι, ράφι.
Ποιος νοιάζεται; Από εκεί ψηλά τουλάχιστον έχεις θέα. Και ως είθισται, όταν βλέπεις καλά (και μακριά), βλέπεις καλά (και καθαρά) και προς τα πίσω. Θυμάσαι. Δεν αναπολείς νοσταλγικά. Επαναφέρεις μνήμες, εικόνες ακόμα και γεύσεις ή μυρωδιές (αν είσαι τυχερός). Και λογίζεσαι πάνω τους. Αρχίζει η μνήμη και λειτουργεί ως οφείλει: ως ερευνητικό εργαστήριο παραγωγής γνώσης. Με τα μηχανήματα στο φουλ, τους δοκιμαστικούς σωλήνες να πηγαινοέρχονται, τις μαγνητικές τομογραφίες να βγαίνουν σωρηδόν. Οποιος έχει τα κότσια (και το ράφι αμανάτι) ας προσέλθει. Με ιατρικά γάντια, φόρμα εργασίας και μάσκα οξυγόνου. Γιατί από μικρόβια και αναθυμιάσεις βρίθει το υποσυνείδητο και, αν δεν προσέχεις, πας καλιά σου.
Βγαίνουν μετά οι επιστήμονες, από παρόμοια εργαστήρια (τις περισσότερες φορές χρηματοδοτούμενα από πολύ συγκεκριμένα τραστ και funds, που πληρώνουν για να λάβουν πολύ συγκεκριμένα αποτελέσματα) και σου λένε: «Οι αυριανοί ενήλικοι θα χρειαστούν ικανότητες που δεν διδάσκονται, αλλά μαθαίνονται μέσα από πρακτική εξάσκηση, όπως η δημιουργικότητα, η καινοτομία, η συνεργασία». Τουτέστιν, άσε το παιδί να παίζει. Και όταν μεγαλώσει, άσ’ το να μετρήσει τα σημάδια τους σε γόνατα και αναμνήσεις.
Διαφορετικά, τόμπολα! Και τότε, άντε να δούμε ποιος θα τρέχει να γυρεύει από τον τομπολατζή το αντίτιμο.
