…Στο ίδιο σημείο: τελευταία διχάλα προς Μοναστήρι Καισαριανής. Συμβαδίσαμε μάλιστα μικρή απόσταση. Ισως επειδή εκεί κοντά υπάρχουν δύο δοχεία (πήλινοι κεσέδες γιαουρτιού) με νερό· πιθανότατα και αυτά έργο της Φιλοδασικής που έχει την ευθύνη και την επιμέλεια όλου του αισθητικού δάσους Καισαριανής-Καρέα· περί τα 6-7.000 στρέμματα.
Μιλήσαμε πάλι με τη μικρούλα, απονήρευτη αλεπού. Δηλαδή μίλησα, γιατί απ’ όσο γνωρίζω αλεπούδες που να μιλούν διαθέτουν μόνον ο Αίσωπος και κάποιοι άλλοι συνάδελφοί του παραμυθάδες. Υποστηρίζουν μάλιστα οι μελετητές του είδους πως οι αλεπούδες των παραμυθιών ομιλούν φανταστικά, συμβολικά.
Προσωπικά, πιστεύω ότι κάποτε μιλούσαν κανονικότατα. Σταμάτησαν να μιλάνε όταν σταματήσαμε οι άνθρωποι να μιλάμε μαζί τους. Οπως έγινε και με όλα τα ζώα γενικώς, ότε τα ζώα φωνήν είχεν: σταμάτησαν να μιλάνε, όταν σταματήσαμε οι άνθρωποι να μιλάμε μαζί τους.
Σταματήσαμε, επειδή (το είχε πει νομίζω και ο Πλάτωνας, αν όχι έτσι, περίπου έτσι…) αποκοπήκαμε από τη φύση. Πού να φανταζόμουν ότι, τρεις μέρες μετά, θα έλεγε τα ίδια η κυρία στον Εθνικό Κήπο!
Περίπου έλεγα στην αλεπουδίτσα την Πέμπτη το πρωί: «Τι γυρεύεις αλεπουδίτσα στο παζάρι; Εδώ παραμονεύει ο λύκος της ασφάλτου!». Κι αν δεν είπα όλη την αλήθεια, είπα μεγάλο μέρος της. Διότι ακόμα και κει συχνά –δεν υπάρχει μέρα που να μην…– παρατηρώ οδηγούς να γκαζώνουν.
Μες στην πρωινή φύση, στο δάσος, με ενδεχόμενο όλο και κάτι να πεταχτεί, με πεζούς, ποδηλάτες κ.λπ. υπάρχουν οδηγοί που, αντί να χαλαρώσουν δυο λεπτά, γκαζώνουν.
Οποιος θέλει το πιστεύει, αλλά η αλεπουδίτσα άκουσε: βγήκε από την άσφαλτο και την προσπέρασα αφήνοντάς την να πατάει στη γη. Βεβαιότατος πια ότι η προγιαγιά της μιλούσε.
