Θα είχα να τη δω και είκοσι χρόνια. Και πάντα την έβλεπα στον Εθνικό Κήπο. Λεπτή, ευσταλής, ευκίνητη, να βηματίζει γρήγορα. Φούστα γκρι, κάτω από τα γόνατα, ίσια παπούτσια, μαύρα, δερμάτινα, μπλούζα, συνήθως, μπλε, με λαιμόκοψη, λευκό πουκάμισο, κλαδί περιποιημένο στο χέρι, μαλλί κοντό, γκρι.
Απαστράπτουσα. Αγέρωχη, βλέμμα ατενές (υπέθετα μάτι γαλάζιο), αυστηρή (εντύπωση ίσως). Πάντως, ανέδυε αίσθηση δασκάλας, καθηγήτριας… κάτι προς εκπαίδευση. Εντονη προσωπικότητα. Ουδέποτε αλλάξαμε κουβέντα. Εγραψα κάποτε στην «Ελευθεροτυπία» για μια… μυστηριώδη κυρία.
Αρκετές φορές, περνώντας από τον Κήπο, τη θυμόμουν: Τι να γινόταν! Με τα χρόνια, καθώς δεν την έβλεπα, είχα πιστέψει ό,τι πιστεύει κανείς σε ανάλογες περιπτώσεις. Αραίωσα και να περνώ από τον Κήπο. Σταμάτησα και να πηγαίνω, από τότε που ετούτη η κυβέρνηση έκλεισε την πόρτα απέναντι από το Προεδρικό Μέγαρο και με ξεβόλεψε…
Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε την Κυριακή, και είπα να επιστρέψω από τον αθηναϊκό μου περίπατο μέσω Κήπου. Οι συμπτώσεις, λέει ο Ζεβελάκης που το πήρε από τον Μπόρχες, είναι ραντεβού. Την είδα, πλησιάζοντας τη μόνη ανοιχτή πόρτα στην Ηρώδου Αττικού. Ιδια, αλλά μετά είκοσι έτη και χρωματιστή! Το γκρι-μπλε ήταν ροζ-μπορντό. Με το κλαδάκι στο χέρι. Συγκινήθηκα τόσο, που δεν βαστήχτηκα. «Χαίρομαι που σας ξαναβλέπω!» είπα. «Πώς με “ξαναβλέπετε”;…», αποκρίθηκε, με απίστευτη καλοσύνη, «Εδώ είμαι κάθε μέρα!».
«Αραίωσαν πια, κύριέ μου», συνέχισε, «όσοι περπατούσαν στον Κήπο. Οσοι θέλουν να έχουν επαφή, σχέση με τη φύση! Το χειρότερο: όσο χάνουμε τη σχέση με τη φύση, τόσο χανόμαστε μεταξύ μας. Αλλά και λίγοι, φτάνουμε! Εχουμε μια παροιμία στο Ρέθυμνο: Λίγο είναι και το προζύμι, μα το ψωμί το φουσκώνει!».
