Η νοσταλγία φοράει πάντα ωραία ρούχα. Λούζεται, ντύνεται, στολίζεται και βγαίνει περιποιημένη, με απαλό άρωμα θλίψης, στις πλατείες της μνήμης, να θυμηθεί και να θυμίσει το αμετάκλητο∙ αυτό που ποτέ δεν περίμενες και όμως ήρθε∙ από τότε επιμένει να λείπει, κι εσύ επιμένεις να ζεις δίχως αυτό. Με δύο ανθρώπους σχεδιάζατε να περάσετε μαζί τα γεράματα: τη γυναίκα και τον φίλο. Σε μια ανάποδη στροφή του χρόνου χάθηκαν και οι δύο. Η νοσταλγία ντύνεται πάντα ωραία∙ απεχθάνεται την ασχήμια, απωθεί την ατημέλεια.
Με τον Αντώνη γνωριστήκατε όταν εκείνος ήταν δεκαπέντε κι εσύ δεκαοχτώ. Ο μικρός ήταν ζωηρός, ατίθασος, όπως κάθε παιδί που σέβεται την ηλικία του. Ορφανός από μητέρα –όμως με θετή που τον αγαπούσε–, σταμάτησε το Γυμνάσιο στη δευτέρα. Οικοδομή∙ βοηθός μαρμαρά… σουλάτσο, δεξιά χωρίστρα, παντελόνι καμπάνα, μπιλιάρδα, ροκεντρόλ, γκομενιλίκι και ιδέα. Ομως και κάτι, μια φωτίτσα, να ζωγραφίσει (σκίτσα), να γράψει (ποιήματα). «Πλατεία Αγίου Δημητρίου»∙ ερωτευμένος ώς τα μπούνια!
Χρόνια μετά, στο Πήλιο, στην ταβέρνα της Κατερίνας, στον Λαύκο, βράδυ χειμώνα, τα λέτε οι δυο σας. «Πρέπει να είστε πολλά χρόνια φίλοι! Πόσα;» πετιέται κάποιος –γνωστός– από πλαϊνό τραπέζι. «Οταν γνωριστήκαμε…» απαντάς «και οι δύο μαζί ήμασταν τριάντα τριών χρονών, τώρα είμαστε εκατόν δέκα εφτά!». «Μου βάζεις δύσκολα!» λέει ο γνωστός. Τα δύσκολα ήρθαν μετά∙ για τους περισσότερους της παρέας.
Ο Αντώνης ήταν πια γνωστός: Πολιτική δράση: Πολυτεχνείο, εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, δίκες. Δύο συλλογές: ποιήματα, διηγήματα. Χρονογραφήματα. Και μία… ταβέρνα! Εγκατάσταση στον Λαύκο και καλλιτεχνική πλημμυρίδα: κόσμημα, μικρογλυπτό, γλυπτό (πάνω από χίλια έργα), εκθέσεις, σε Ελλάδα και εξωτερικό, διαμορφώσεις εξωτερικών χώρων (αρχιτεκτονικοί αυτοσχεδιασμοί), ακόμα ένα βιβλίο (ανέκδοτο)…
Το βιβλίο «Ο εικαστικός Αντώνης Ταβάνης» της Ευθυμίας Ε. Μαυρομιχάλη, επίκουρης καθηγήτριας Ιστορίας της Τέχνης, παρουσιάζεται αύριο στις 7.00, στη Στοά Βιβλίου, Πεσμαζόγλου και Σταδίου.
