Μετά τις γιορτές, συνήθως μας πιάνει η μεθεόρτια θλίψη, αυτό το: άντε πάλι φτου κι απ’ την αρχή. Μετά το Πάσχα μάλιστα, που είναι και γιορτή εξόδου (στην εξοχή ή στον δυστυχή φίλο που διαθέτει εξοχικό), στο φτου κι απ’ την αρχή προστίθενται το: φόρτωνε-ξεφόρτωνε και το άγχος της επιστροφής.
Ο φίλος επιστρέφει και θέλει να φορτώσει, αλλά η κυρία, ενώ είναι του χωριού και γνωρίζει, έχει βάλει μπάστακα το αυτοκίνητό της. Εμφανίζεται μετά από ώρα και καθαρίζει απευθυνόμενη στον διαμαρτυρόμενο: «Ε, καλά ντε. Τι φωνάζεις;». «Ούτε μια συγγνώμη!», είπε ο φίλος. «Μα αν ήξερε τη συγγνώμη, δεν θα σου μπλοκάριζε το αυτοκίνητο!», παρατήρησα.
Γέλασα, από μέσα μου, σκεπτόμενος ότι, θρησκευτικώς, η διανυόμενη εβδομάδα είναι της Διακαινησίμου. Πιθανότατα από το γεγονός ότι πολύ παλιά, νύχτα Μεγάλου Σαββάτου προς Κυριακή του Πάσχα, βαφτίζονταν ομαδικά οι κατηχούμενοι στο χριστιανισμό, οπότε ξεκινούσε η πνευματική τους ανακαίνιση/αναγέννηση. Γι’ αυτό και όλη την εβδομάδα ήταν ντυμένοι στα λευκά, εξ ου και η άλλη της ονομασία: λευκή εβδομάδα. Τώρα, ο κόσμος άλλαξε, αλλάξαν οι καιροί…
Ηρθε κι ο τύπος να δει το ψυγείο που έδειχνε να τα παίζει χρονιάρες μέρες. Παλιός συντηρητής που έφυγε από την «κόλαση της Αθήνας» και τραβάει τα τσιπουράκια του επισκευάζοντας ψυγεία στο Πήλιο. Πήρε το φις του ψυγείου από την πρίζα, το έβαλε σε άλλη και… μια χαρά το ψυγείο. «Τι σου θέλω;». «Ε, τι να σου πάρω! Δώσ’ εκεί πέρα ένα τριαντάρι!». Αληθινή κόλαση η Αθήνα, σκέφτηκα.
Κράτησα όμως κάτι ωραίο δικό του∙ όντως ωραίος τύπος∙ πρώτη διάγνωση περί παθήσεως του ψυγείου: «Ακου να δεις. Δεν δείχνει κάτι άμεσα επιλήψιμο!». Χαλάλισα το τριαντάρι. Σκέφτηκα αμέσως ένα χαλασμένο ψυγείο (επιλήψιμο!) που, αντί εσύ, θα πλάκωνε αυτό τις χριστοπαναγίες, χρονιάρες μέρες, θε’ μου σχώρα με…
