ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρία Μαθιουδάκη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν προλάβουμε να μάθουμε πώς κλίνεται το ρήμα «μένω», γνωρίζαμε τι σημαίνει «φυγή». Εκείνη την άγρια, παιδική και αθώα κίνηση του βλέμματος που δεν αντέχει να σταθεί πουθενά για πολύ. Ολα ήταν ένα παιχνίδι κι ας το είχε αρχίσει κάποιος άλλος ήδη πριν από εμάς για εμάς.

Θυμάμαι ένα απόγευμα, έξω έβρεχε. Ημουν πολύ μικρή, οι γονείς μου ήταν στο μέσα δωμάτιο κι εγώ στο σαλόνι, είχα απλώσει τις ζωγραφιές μου στο πάτωμα. Ξεκίνησα να ζωγραφίζω ένα σπίτι αλλά μετά αυτό το σπίτι άρχισε να μοιάζει περισσότερο με καράβι, γι’ αυτό και ζωγράφισα από κάτω κύματα. Ενα ωραίο χρωματιστό καράβι, με αυλή, πόρτα και παράθυρα στη θάλασσα.

Κάποια στιγμή ένιωσα για πρώτη φορά τη σιωπή ως παρουσία σχεδόν υλική να πέφτει πάνω στα έπιπλα, στο σώμα μου, στο πρόσωπο, στις ζωγραφιές. Ηταν η πρώτη φορά που μου γεννήθηκε το ερώτημα: «Οντως είμαι εδώ; Οντως υπάρχω;». Δεν ήταν κάποια φιλοσοφική έκλαμψη. Μόνο ένα μικρό σοκ. Τη στιγμή που ένα παιδί καταλαβαίνει πως δεν υπάρχει απλά μέσα στον κόσμο, αλλά πως αποτελεί και το ίδιο κομμάτι του. Και πως δεν μπορεί να υπάρξει έξω από αυτόν. Πως δεν υπάρχει επιστροφή σε μια κατάσταση πριν από το «είμαι». Μια συνειδητοποίηση της κινούμενης ακινησίας μας.

Αυτή η ακινησία έμοιαζε με τον κακό λύκο στα παραμύθια. Ηταν το πρώτο «τέρας» στο παιδικό μας δωμάτιο. Αόρατο τέρας που δεν μας απείλησε ποτέ ευθέως. Απλά μας έμαθε τι σημαίνουν η συνήθεια και ο συμβιβασμός. Οτι έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα για να γίνουμε «κανονικά παιδιά»: λίγο σκοτάδι, λίγη αναμονή, λίγη ζωή που αναβάλλεται για όταν θα φτιάξει ο καιρός. Και κάπως έτσι, πέρασαν τα χρόνια…

Τι γίνεται όμως όταν η μνήμη ξυπνάει και μας τσιγκλάει να δούμε και πάλι μπροστά μας την πρώτη μας επιθυμία; Να γίνουμε «αυτό που κινείται». Οχι κάτι σπουδαίο. Ακόμα και επιβάτες σε ένα καράβι θα αρκούσε. Σε ένα καράβι χωρίς προορισμό. Που δεν φοβάται πού θα το πάει το ρεύμα, γιατί, τελικά, το ρεύμα είναι η μόνη απόδειξη της ύπαρξής του. Γιατί με την πρόφαση της «κανονικότητας» μας έκρυψαν μια βασική αλήθεια: ότι η σταθερότητα δεν αποτελεί πάντα ασφάλεια. Περισσότερο μοιάζει με φθορά. Ο,τι μένει ακίνητο σαπίζει με τον καιρό, χάνει τα περιγράμματά του και αλίμονο σε ό,τι βρεθεί δίπλα του. Θα έχει ακριβώς την ίδια τύχη.

Αντίθετα, η κίνηση έχει μέσα της έναν κίνδυνο σχεδόν λυτρωτικό. Σε εκθέτει, σε ξεβολεύει, σε ξεριζώνει από τη βολική αφήγηση που έχεις φτιάξει για τον εαυτό σου. Σε αναγκάζει να επινοείς συνεχώς τον εαυτό σου και όχι να τον αναπαράγεις.

Κάπου ανάμεσα σε εκείνο το παιδί που ζωγραφίζει στο πάτωμα σπίτια που μοιάζουν με καράβια και σ’ εμάς, υπάρχει μια λεπτή γραμμή. Από τη μία είναι ο φόβος της ύπαρξης και από την άλλη η ευθύνη της. Και ίσως αυτό το παιχνίδι να είναι η μόνη λύση: να μη συνηθίσουμε τόσο πολύ τις στεριές μας και ξεχάσουμε ότι ξέρουμε κουπί ή κολύμπι.

Γιατί, στην πραγματικότητα, δεν είναι ότι δεν έχουμε πού να πάμε, αλλά ότι φοβόμαστε να αφήσουμε το σημείο που μας έμαθε να υπάρχουμε «κανονικά».